Ο Βόλος και η περιοχή του. Ένα ταξίδι στο χρόνο…

Συντάκτης: Ζωή Μαλακασιώτη (Αρχαιολόγος)

 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αναφερθούμε στο παρελθόν ενός τόπου. Ένας από αυτούς είναι να μιλήσουμε για την ιστορία του, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από τα κατάλοιπά του, τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές δομές του. Ο Βόλος ανήκει στην περιοχή της Μαγνησίας, της οποίας τα σύγχρονα όρια δεν ταυτίζονται με τα όρια της αρχαίας, κυρίως προς βορρά και νότο. Ωστόσο εμείς για να μη χαθούμε σε λεπτομέρειες, θα τον οριοθετήσουμε με βάση τις γενικές εγκυκλοπαιδικές μας γνώσεις. Τα φυσικά της λοιπόν σύνορα είναι τα βουνά της Όσσας, του Μαυροβουνίου, του Πηλίου και της Όθρυος, ενώ με το νοτιοανατολικό στενό άκρο ενώνεται, διαμέσου του Παγασητικού Κόλπου, με το Αιγαίο. Αυτή η σπάνια συνεύρεση βουνών και θάλασσας, διαφυλάχτηκε μέσα στους μύθους και στις «παραδόσεις». Ας θυμηθούμε από την μυθολογική γραμματολογία τους αφύσικους Κενταύρους και την Αργοναυτική εκστρατεία. Από τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά ευρήματα, φαίνεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι της αρχαίας Μαγνησίας διαμόρφωσαν τις παραγωγικές σχέσεις και εξέλιξαν τις δομές της Προϊστορικής κοινωνίας. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως μαρτυρίες της ανθρώπινης παρουσίας από την εποχή της περιπλάνησης και του κυνηγιού. Καλύβες νεολιθικών γεωκτηνοτρόφων, αργότερα μέγαρα βασιλιάδων και οικίες απλών ανθρώπων, αρχαία νεκροταφεία και ναοί, εκκλησίες βυζαντινές, πηλιορείτικα αρχοντικά και νεοκλασικές κατοικίες μεγαλοαστών, αποτελούν τον πολιτιστικό πλούτο της περιοχής μας.

Η αναφορά στη Μαγνησία θα πρέπει να αρχίσει από την μυθολογία. Γενάρχης λοιπόν των Μαγνητών ήταν ο Μάγνης γιος του Αίολου και της Αιναρέτης. Από τους πρώτους κατοίκους της, μας παραδίδονται (από τον Όμηρο) μόνο ονόματα βασιλιάδων, που με τα πλοία τους πήραν μέρος σε υπερπόντιες εκστρατείες. Το πιο ξακουστό μυθολογικό γεγονός, που συνδέεται με την Μαγνησία και ιδιαίτερα με την μυκηναϊκή πόλη της Ιωλκού είναι η Αργοναυτική εκστρατεία, που ήταν αποτέλεσμα μιας οικογενειακής διαμάχης για την διεκδίκηση του θρόνου του βασιλείου της Ιωλκού και είχε κεντρικούς ήρωες: τον Αίσονα, νόμιμο βασιλιά του θρόνου, τον δολοφόνο του τον Πελία, τον πρίγκιπα Ιάσονα γιο του Αίσονα και νόμιμο διάδοχο του θρόνου, τους Αργοναύτες και την εξωτική Μήδεια.

Η Μαγνησία συνδέεται ακόμη με τα περίεργα τέρατα τους Κενταύρους, που κατοικούσαν στο Πήλιο και η παρουσία τους δηλωνόταν με βροντές και αστραπές. Γεννήθηκαν από την αφύσικη ένωση του Χείρωνα Κένταυρου και των φοράδων της Μαγνησίας, από τη μέση και πάνω ήταν άνθρωποι, από τη μέση και κάτω άλογα. Αυτή η σύζευξη ανθρώπου και αλόγου ίσως να σχετίζεται και με την γεωμορφολογία της Μαγνησίας, δηλ. την συνύπαρξη βουνών και πεδιάδων ή με την εξημέρωση του αλόγου και την χρήση του στον καθημερινό μόχθο. Ο καλπασμός του πρώτου καβαλάρη τυλιγμένου στον κουρνιαχτό του πλούσιου σε χώμα κάμπου, ίσως ήταν η πρώτη εικόνα, που γέννησε τον μυθικό Κένταυρο.

Κατά την Νεολιθική εποχή ο άνθρωπος επινόησε τρόπους για την εξημέρωση των ζώων και ταυτόχρονα εγκατέλειψε τον παλαιολιθικό νομαδικό τρόπο ζωής, οργάνωσε χώρο μόνιμης κατοικίας με βάση το φυσικό περιβάλλον, και κατασκεύασε σπίτια κατάλληλα για την καθημερινή ζωή και τις γεωργοκτηνοτροφικές ασχολίες. Οι χώροι των σπιτιών με εναλλαγή στεγασμένων και ανοικτών τμημάτων, τα μικρά εργαστήρια, όπου κατασκευάζονταν τα εργαλεία και τα πήλινα σκεύη, οι αποθηκευτικές θήκες, οι εστίες για το άναμμα της φωτιάς και την ετοιμασία της τροφής, δείχνουν πόσο άμεσα συνδεδεμένη ήταν η οργάνωση μιας νεολιθικής εγκατάστασης με τις οικοτεχνικές δραστηριότητες. Το νεολιθικό σπίτι, όπως το γνωρίζουμε, από τους πολύ σημαντικούς ΝΔ οικισμούς του Σέσκλου και του Διμηνίου (βρίσκονται βορειοδυτικά του Βόλου) ήταν απλό, ορθογώνιο, με θεμέλια λίθινα και τοίχους από ωμά πλιθιά. Γύρω στους τοίχους υπήρχαν πάγκοι από κλαδιά, όπου οι κάτοικοί του κάθονταν, κοιμόνταν, δούλευαν, άπλωναν δέρματα ή ακουμπούσαν μεγάλα αγγεία με τις προμήθειες για το χειμώνα. Τα σπίτια είχαν μόνο πόρτες, όπως δείχνουν τα σωζόμενα κατώφλια. Οι στέγες ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες ήταν άλλοτε επίπεδες, άλλοτε δικλινείς κατάλληλες για βροχές και χιόνια και κατασκευάζονταν με χοντρά ξύλα και εξωτερικά ήταν στεγανοποιημένες με πολλές στρώσεις πηλού.

Το Σέσκλο κατοικήθηκε στα μέσα της 7ης χιλ. π.Χ. Η γεωμορφολογία της περιοχής βοήθησε στην ανάπτυξη ενός οικισμού, ο οποίος καταλάμβανε έκταση 200 στρ. Την 4η χιλ. π.Χ. το Σέσκλο παρακμάζει. Και τότε πιθανόν το ισχυρότερο μέρος των κατοίκων του να μετοίκησε κοντά στη θάλασσα και να εγκαταστάθηκε στις θέσεις Διμήνι και Πευκάκια.

Το Διμήνι είναι ο δεύτερος νεολιθικός οικισμός στην περιοχή μας (ιδρύθηκε περί το τέλος της 5ης χιλ. π.Χ) και η καλή διατήρηση των κτισμάτων και η συστηματική μελέτη του συνέβαλε στην ανάγνωση του Νεολιθικού Πολιτισμού για ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο. Στα νεολιθικά χρόνια εικάζεται ότι η θάλασσα θα ήταν πιο κοντά του. Τα σπίτια του οικισμού,. αναπτύσσονταν γύρω από έναν ανοικτό χώρο, που είχε την μορφή πλατείας. Λιθόκτιστες μάντρες (περίβολοι) κτισμένες γύρω από τον οικισμό χρησίμευαν σαν αναλήμματα των σπιτιών, που ήταν κτισμένα ανάμεσά τους. Τέσσερις διάδρομοι διέκοπταν τους περιβόλους και διευκόλυναν την επικοινωνία των κατοίκων του οικισμού, καθορίζοντας παράλληλα τις συνοικίες του.

Στις αρχές της 3ης χιλ. π.Χ. τοποθετείται η Εποχή της Χαλκοκρατίας. Το όνομά της το πήρε από την εμφάνιση και χρήση των μετάλλων και μάλιστα του Χαλκού. Χωρίζεται σε τρεις φάσεις: την πρώιμη, μέση και ύστερη. Η τελευταία μας είναι η γνωστή και σαν Μυκηναϊκή περίοδος πολιτισμού. Όλες μαζί καλύπτουν ένα χρονολογικό εύρος από το 3000 έως το 1200 π.Χ. Κατάλοιπα οικισμών της Μυκηναϊκής Εποχής (1500 – 1200 π.Χ.), βρέθηκαν στα βόρεια παράλια του Παγασητικού Κόλπου στην συνοικία Παλιά του Βόλου, στο Διμήνι και στην θέση Πευκάκια.

Στην περίοδο της ακμής τους οι οικισμοί αυτοί ανέπτυξαν στενές εμπορικές σχέσεις με περιοχές του Ανατολικού Αιγαίου και των ακτών της Μ. Ασίας. Η στροφή προς τη θάλασσα, κατά την Εποχή αυτή επιβλήθηκε από την αναγκαιότητα εξεύρεσης των πηγών του Χαλκού και νέων αγορών, όπου οι έμποροι των ηπειρωτικών τόπων θα αντάλλασσαν τα προϊόντα τους με αυτά των έμπειρων θαλασσοπόρων των νησιών και των ακτών. Έτσι καθίσταται εύλογο το γιατί εδώ γεννήθηκε ο μύθος της Αργοναυτικής εκστρατείας, που σχετιζόταν με την ναυτοσύνη των Ελλήνων και το εμπόριο. Στα Παλιά του Βόλου (την παλαιότερη συνοικία του μπαίνοντας στην πόλη), στην δεκαετία του΄60, εντοπίστηκαν για πρώτη φορά μυκηναϊκά ευρήματα Μάλιστα τα ερείπια ενός μεγάλου κτιριακού συγκροτήματος, ταυτίστηκαν τότε με το μυκηναϊκό ανάκτορο της Ιωλκού. Για την αρχαιολογική έρευνα ήταν σημαντικό ότι ο οικισμός στα Παλιά συνέχισε να κατοικείται και μετά την ερήμωση των μυκηναϊκών οικισμών του Διμηνίου και των Πευκακίων περί το 1200 π.Χ., καθιστώντας τον τόπο αυτό κυρίαρχο στον μυχό του Παγασητικού. Η σπουδαιότητά του διατηρήθηκε και σε όλες τις επόμενες πολιτιστικές περιόδους, επειδή ακριβώς βρισκόταν δίπλα στη θάλασσα και από το προστατευμένο λιμάνι ξεκινούσαν όλες οι εμπορικές επαφές.

Όμως τα μυκηναϊκά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, που αποκαλύφτηκαν, αργότερα στην δεκαετία του΄80, στην περιοχή του νεολιθικού Διμηνίου υπήρξαν ασφαλώς εντυπωσιακά και ανέτρεψαν τις μέχρι τότε θεωρίες σχετικά με την θέση του ανακτόρου της μυκηναϊκής Ιωλκού. Σε μία μεγάλη πεδιάδα, 200 στρεμμάτων, ανάμεσα στο Διμήνι και την θάλασσα του κόλπου, οι αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως τον ιστό μιας μυκηναϊκής πόλης. Μέχρι σήμερα ερευνήθηκαν έντεκα οικίες, χτισμένες αριστερά και δεξιά του κεντρικού δρόμου του οικισμού καθώς και δύο μεγαροειδή κτίρια ανακτορικού τύπου, με σειρές δωματίων και διαδρόμων, που οδηγούσαν σε περίστυλες εσωτερικές αυλές. Στο εσωτερικό των δωματίων, των οποίων οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με χρωματιστά κονιάματα, αποκαλύφτηκαν εστίες και βωμοί οικιακών ιερών.

Ακόμη χώροι εργαστηρίων παραγωγής πήλινων αγγείων και μετάλλινων αντικειμένων, αποθηκευτικοί χώροι για την συγκέντρωση του πλεονάσματος της παραγωγής, στοιχειοθετούσαν την ύπαρξη εδώ ενός ισχυρού διοικητικού κέντρου, που θα μπορούσε να ταυτιστεί με το βορειότερο μυκηναϊκό ανάκτορο του τότε Ελλαδικού χώρου την Ιωλκό. Το όνομά της προήλθε πιθανόν από το ότι ήταν κτισμένη στο βάθος μιας «Ιώλκας» δηλ. μιας θαλάσσιας αύλακας. Το ανάκτορο διοικούσε ο άναξ και εξειδικευμένοι τεχνίτες εργάζονταν για την παραγωγή προϊόντων εμπορίου. Όταν όμως παρουσιάστηκε έλλειψη πρώτων υλών, όπως του χαλκού, ο άναξ οργάνωσε μεγάλη υπερπόντια εκστρατεία την Αργοναυτική για την απόκτηση των απαραίτητων υλών από τις πλουτοπαραγωγικές αγορές της Μαύρης Θάλασσας. Οι βασιλείς της Ιωλκού, και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας θάβονταν σε μεγαλοπρεπείς θολωτούς τάφουw, που βρέθηκαν διάσπαρτοι στην περιοχή του Βόλου στο Διμήνι, στο Καπακλί και στην συνοικία Καζανάκι.

Στο τέλος του 12ου αι. π.Χ. όλο το ανακτορικό συγκρότημα: τα μέγαρα, οι αποθήκες και τα εργαστήρια παραδόθηκαν στην καταστροφή. Ο πληθυσμός οδηγήθηκε σε μαζική μετανάστευση και ο χώρος σε καθολικό μαρασμό. Δυστυχώς ακόμη και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε την αιτία, που προκάλεσε την καταστροφή και την κατάρρευση όλων των μυκηναϊκών ανακτόρων σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο, τα οποία διέθεταν μία άριστα οργανωμένη οικονομία και κοινωνία. Ωστόσο το πόλισμα στα Παλιά του Βόλου φαίνεται ότι συνέχισε να κατοικείται και μετά την ερήμωση του μυκηναϊκού οικισμού Διμηνίου, καθιστώντας το κυρίαρχο και μοναδικό στον μυχό του Παγασητικού.

Πέντε αιώνες που ακολουθούν από το 1200 π.Χ. έως τον 7ο αι. πΧ. είχαν θεωρηθεί, αρχικά, από την αρχαιολογική έρευνα σαν οι Σκοτεινοί Αιώνες της ελληνικής πρώιμης ιστορίας. Όμως η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από την εξέλιξη στην μεταλλουργία και την εμφάνιση ενός πολύ ισχυρού μετάλλου του σιδήρου. Η απαρχή της επεξεργασίας του πιθανολογείται στην Κύπρο και προέκυψε από την αναγκαιότητα εξεύρεσης νέου μετάλλου μετά την εξαφάνιση των αγορών εμπορίας του Χαλκού. Αυτή την εποχή, φαίνεται ότι οι εναπομείναντες μυκηναίοι καθώς και άλλες πληθυσμιακές ομάδες, που μετακινήθηκαν από την Ήπειρο και την Μακεδονία προς την εύφορη θεσσαλική πεδιάδα, που έως τότε εκμεταλλεύονταν οι μυκηναίοι, συνενώθηκαν σε οικισμούς και ασχολήθηκαν με την γεωργοκτηνοτροφία και το εμπόριο. Η Εποχή του Σιδήρου αντιπροσωπεύεται με βαθιά αλλεπάλληλα οικιστικά στρώματα στα Παλιά του Βόλου και τα νεκροταφεία εκτείνονταν έξω από τον οικισμό πέρα από τον ποταμό Κραυσίδωνα, προς την Ν. Ιωνία.

Στα Ελληνιστικά χρόνια

Στο λόφο της Γορίτσας στο ανατολικό όριο της πόλης του Βόλου, ιδρύθηκε στα ελληνιστικά χρόνια (μέσα του 4ου αι. π. Χ.) μία πόλη εξέχουσας στρατιωτικής σημασίας, γιατί είχε τον πλήρη έλεγχο του θαλάσσιου και πεδινού χώρου στο μυχό του Παγασητικού Κόλπου. Τα ισχυρά της τείχη, με τους πύργους και γενικά το πολεοδομικό της σχέδιο ολοκληρώθηκε από τον στρατηγό Κάσσανδρο στα τέλη του 3ου αι. π. Χ. Η πόλη ήταν οργανωμένη σε οικοδομικά τετράγωνα με κάθετους και οριζόντιους δρόμους και μικρές ευρύχωρες κατοικίες. Η ζωή της υπήρξε σύντομη και οι κάτοικοί της ,όπως και οι κάτοικοι άλλων πολισμάτων γύρω από τον μυχό του Παγασητικού, υποχρεώθηκαν να μετοικήσουν στην αρχαία πόλη της Δημητριάδας περί το 294 π.Χ.

Η αρχαία πόλη της Δημητριάδας (απέναντι από τον Βόλο), ιδρύθηκε από τον Δημήτριο Πολιορκητή και άκμασε στις αρχές των ελληνιστικών χρόνων. Η ίδρυση της σχετιζόταν με τα στρατιωτικά σχέδια των Μακεδόνων στη νότια Ελλάδα, αφού η γεωγραφική της θέση ήταν υψηλής στρατιωτικής σημασίας. Η Δημητριάδα με την υποστήριξη των Μακεδόνων Βασιλέων εξελίχθηκε σε μεγάλο διεθνές εμπορικό λιμάνι, όπου συνέρρεαν Έλληνες και ξένοι έμποροι από την ανατολική Μεσόγειο. Η πόλη οχυρώθηκε με ισχυρά τείχη μήκους 11 χιλ. και αμυντικούς πύργους. Σε πέντε από αυτούς βρέθηκαν εντοιχισμένες οι περίφημες γραπτές επιτύμβιες στήλες της Δημητριάδας, που χρησιμοποιήθηκαν σαν οικοδομικό υλικό για την ενίσχυση των τειχών, ίσως σε εποχή κινδύνου. Σήμερα αυτές φυλάσσονται στο Μουσείο του Βόλου και εκτίθενται στις αίθουσες του.

Η πόλη ήταν κτισμένη κατά το Ιπποδάμειο σύστημα και στο κέντρο της, βρισκόταν το ανάκτορο. Η αγορά, ο ιππόδρομος, το υδραγωγείο, τα ιερά της βρίσκονταν σε μεγάλους ανοικτούς χώρους εντός των οχυρωματικών τειχών. Το θέατρό της ήταν χώρος αναφοράς της πόλης, κατασκευάστηκε στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. και τον 4ο αι. μ.Χ. εγκαταλείφθηκε. Έξω από την πόλη βρίσκονταν τα νεκροταφεία. Οι τάφοι ήταν πλούσια κτερισμένοι και σηματοδοτούνταν με θαυμάσιες επιτύμβιες γραπτές στήλες που σήμερα θεωρούνται αντιπροσωπευτικά έργα της ζωγραφικής των ελληνιστικών χρόνων. Από την συστηματική μελέτη των στηλών προέκυψε ότι τα χρώματα τοποθετούνταν κατευθείαν στο λευκό μάρμαρο και κατά το πρώτο στάδιο της ζωγραφικής επεξεργασίας γινόταν το προσχέδιο της παράστασης με μαύρο χρώμα. Μετά η επιφάνεια γέμιζε με τα χρώματα, που είχε επιλέξει ο καλλιτέχνης και τα τοποθετούσε με βούρτσα. Αρχικά ήταν ομοιόμορφα σε μέτριο τόνο. Πάνω σε αυτόν τον απαλό χρωματικό τόνο πρόσθεταν τα σκούρα ή λαμπερά χρώματα και έτσι επιτυγχάνονταν οι φωτοσκιάσεις. Στα υλικά συγκαταλέγονταν η αυγοτέμπερα, τα ορυκτά και φυτικά χρώματα αναμειγνύονταν με πρωτεΐνες και έλαια. Τα θέματα ήταν αποκλειστικά ταφικά και αφορούσαν στην καθημερινή ζωή του νεκρού ή της νεκρής.

Στα τελευταία χρόνια ζωής της πόλης της Δημητριάδας παρατηρείται νέα περίοδος ανάπτυξης του οικισμού στα Παλιά Βόλου, στην οποία ανάπτυξη φαίνεται ότι συντέλεσε η οριστική εγκατάλειψη της Δημητριάδας περί το 520 μ.Χ. Σε αυτά τα χρόνια χρονολογείται και η παλαιότερη φάση των οχυρωματικών τειχών του οικισμού στα Παλιά, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιήθηκε το έτοιμο αρχαίο υλικό από την πόλη της Δημητριάδας. Ο οικισμός στα Παλιά, που ονομαζόταν Κάστρο ή Φρούριο από τους Έλληνες και Γκόλος από τους Τούρκους ήταν ακμαίος από τα παλαιοχριστιανικά έως και τα βυζαντινά χρόνια (6ο – 13ο αι.). Το τετράπλευρο Κάστρο ενισχύονταν με πύργους, προμαχώνες, επάλξεις και προστατευτική τάφρο, της οποίας ένα τμήμα , με τα ογκώδη πιθάρια (για την εξασφάλιση νερού σε περίπτωση πολιορκίας) είναι σήμερα ορατά. Τα τείχη επισκευάστηκαν πολλές φορές στα βυζαντινά χρόνια και η παλαιότερη φάση τους χρονολογείται στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού.

Με την Οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλίας τον 15ο αι. οι Τούρκοι αδιαφόρησαν για τις ορεινές περιοχές του Πηλίου, προτιμώντας τις πλούσιες πεδινές λεκάνες γύρω από τον μυχό του Παγασητικού και έδωσαν μεγάλη σημασία στον στρατηγικό και εμπορικό χώρο του Γκόλου, στη συνοικία Παλιά, όπου το βυζαντινό κάστρο βρισκόταν πλέον σε άθλια κατάσταση. Τότε οι χριστιανοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τον τειχισμένο οικισμό και κατέφυγαν στα ψηλώματα του Πηλίου. Οι Οθωμανοί εγκαταστάθηκαν στο Κάστρο και ο οικισμός απέκτησε όλα τα εσωστρεφή χαρακτηριστικά των Οθωμανικών οικισμών δηλ. πυκνή διάταξη των κατοικιών, στενά και αδιέξοδα δρομάκια, τζαμί, λουτρό – χαμάμ, κρήνες, διοικητικά κτίρια, στρατώνα, και πυριτιδαποθήκη. Ήταν έδρα των τουρκικών αρχών και φρουράς καθώς και τόπος κατοικίας 150 τούρκικων οικογενειών. Στο Κάστρο υπήρχαν δύο πύλες (καμία δεν σώζεται) η μεγαλύτερη, που βρισκόταν ανατολικά οδηγούσε στην θάλασσα σε μικρή ξύλινη εμπορική σκάλα, όπου από τον 17ο αι. άρχισε να ιδρύεται η εμπορική ζώνη. Εδώ στεγάζονταν τα μαγαζιά, το παζάρι, και το τελωνείον. Στα βόρεια του οικισμού η άλλη πύλη ονομαζόμενη Καρά – Καπού (Μαύρη θύρα) ήταν η έξοδος προς την Θεσσαλία, η οποία αποτελούσε τον σιτοβολώνα της Πύλης. Έως τα μέσα του 17ου αι. δεν συνέβη κανένα σημαντικό επεισόδιο στην περιοχή του Γκόλου εκτός του ότι από το 1463 οι Τούρκοι βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Βενετσιάνους και το 1655 ο βενετσιάνικος στόλος με τον ναύαρχο ή «Δόγη των Θαλασσών» Φραγκ. Μουροζίνι κανονιοβολεί τα τείχη του Κάστρου, λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν «για χάλασμα Αγαρηνών, δραγούμισμα οικιών και αποθηκών, σκλάβωμα γυναικόπαιδων, αφανισμό παραγωγής, ανελέητη τριήμερη λεηλασία».

Μετά από αυτό το γεγονός οι Τούρκοι επανήλθαν στο Κάστρο και συνέχισαν την τελματωμένη ζωή του. Μετά το 1840 δεν μένει κανείς χριστιανός ή Εβραίος μέσα στο Κάστρο. Μόνο έξω από αυτό σε μία στενή παραθαλάσσια λωρίδα ξηράς βρίσκονταν τα ευτελή και πρόχειρα κτίσματα της αγοράς του λιμανιού «Τα παλαιά μαγαζιά» (δηλ. καφενεία , εργαστήρια, αποθήκες, φούρνοι, χάνια κ.α), που νοίκιαζαν οι Τούρκοι στους ικανούς Πηλιορείτες εμπόρους και βιοτέχνες. Οι τελευταίοι εκμεταλλευόμενοι, τα προνόμια, που είχαν αποσπάσει από τους Τούρκους έσπασαν τον κλοιό της οικονομίας τους και ανέπτυξαν την εξαγωγή μεταξωτών, και βαμβακερών νημάτων σε μεγάλες ποσότητες, καθώς και το λαθρεμπόριο σιτηρών του Θεσσαλικού κάμπου, παρά τις αυστηρές απαγορεύσεις, τις οποίες προσπερνούσαν με γενναία «μπαξίσια» στους αγάδες και φύλακες του λιμανιού. Η αύξηση της εμπορικής κίνησης, άνθρωποι και κτίσματα, που συνωστίζονταν σε ένα ανθυγιεινό περιβάλλον από λασπόνερα και βούρκο, έδειξαν την ανεπάρκεια του μικρού στενού, παράλιου χώρου.

Έτσι το 1841 μία ομάδα δραστήριων Πηλιορειτών εμπόρων ζήτησαν από τον Σουλτάνο την άδεια να συνοικιστούν στην παραλία ανατολικά έξω από το Κάστρο και να ιδρύσουν μία νέα πόλη. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς δόθηκε η άδεια αυτή, ούτε πως κάμφθηκαν οι αντιδράσεις των Τούρκων ιδιοκτητών της εμπορικής σκάλας, οι οποίοι φοβόντουσαν ότι οι εμπορικές δραστηριότητές τους θα μειώνονταν σημαντικά, εάν επέτρεπαν την αυτονομία των Πηλιορειτών. Ένα όμως σημαντικό ποσό, που κατατέθηκε στο προσωπικό ταμείο του Σουλτάνου γύρω στο 1844 έκαμψε την όποια αντίρρηση και αμέσως άρχισε η οικοδόμηση της νέας πόλης του Βόλου.  Περισσότερα από 80 νέα λιθόκτιστα μαγαζιά στόλιζαν την ανατολική παραλία, η οποία εκτεινόταν έως τους πρόποδες του λόφου της Γορίτσας. Το 1865 η πόλη είχε 3000 κατοίκους μαζί με τους Εβραίους, που η γειτονιά τους ήταν στα δυτικά της νέας πόλης, όπου κατασκεύασαν την Συναγωγή τους εκεί, όπου βρίσκεται και σήμερα. Η ανάπτυξη είναι ραγδαία. Μέσα σε σαράντα χρόνια (1840 – 1880) ο Βόλος έγινε μία εμπορική πόλη – λιμάνι κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το σχέδιο της πόλης ήταν κανονικός ορθογώνιος ιστός, από δύο φαρδείς δρόμους παράλληλους προς την παραλία (οι μετέπειτα οδοί Ερμού και Δημητριάδος) και ανάμεσα τους τρία οικοδομικά τετράγωνα. Μπροστά από την πρώτη συστοιχία οικοδομικών τετραγώνων, όπου σήμερα είναι η οδός Ιάσονος, ήταν θάλασσα. Πολλοί στενοί κάθετοι δρομίσκοι υπαγορεύτηκαν μάλλον από τις ανάγκες κίνησης των εμπορευμάτων και οδηγούσαν στην προκυμαία του λιμανιού. Για σημαντικό διάστημα η ιδιωτική πρωτοβουλία κυρίως εύπορων αιγυπτιωτών, με καταγωγή από το Πήλιο, κίνησε την οικοδόμηση του Βόλου και «Τοσαύτα χρήματα εισάγονται εξ Αιγύπτου εις Βώλον ,ώστε αυτός να ονομασθεί αιγυπτιακή πόλις».

Νέοι τρόποι ζωής έφεραν μαζί τους και τα ανάλογα κτίρια. Η παραλία της νέας πόλης από το εμπορικό της κομμάτι μέχρι το Αρχαιολογικό Μουσείο, στην συνοικία του Αναύρου, διαμορφώθηκε σε χώρο αναψυχής. Η αρχιτεκτονική των κτιρίων υιοθέτησε το νεοκλασικό και εκλεκτικό στυλ και έτοιμο λαξευμένο υλικό από την εγκαταλειμμένη αρχαία πόλη της Δημητριάδας χρησιμοποιείται και πάλι, κατά κόρον, στις νέες οικοδομές, που είναι πλέον λιθόκτιστες για λόγους στερεότητας αλλά και για την αποφυγή πυρκαγιών. Οι εύποροι αστοί μετακαλούσαν ακόμη και τεχνίτες από τις Κυκλάδες για να λαξεύουν μαρμάρινους κυβόλιθους, που χρησιμοποιούνταν στα πολυτελή νεόδμητα κτίρια. Το 1856 μετά από έγκριση της Υψηλής Πύλης έγιναν τα εγκαίνια του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Νικολάου έργο του αρχιτέκτονα Ζάχου. Με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881 ο Βόλος μπήκε σε περίοδο μετασχηματισμών με έντονη βιομηχανική δραστηριότητα και ραγδαία αύξηση του πληθυσμού. Το 1889 τα τείχη του Κάστρου κατεδαφίστηκαν, προκειμένου να σβήσει κάθε εφιαλτική ανάμνηση της Οθωμανικής κατάκτησης και ο ιστός της νέας πόλης να ενοποιηθεί, εξαλείφοντας τα ανατολίζοντα στοιχεία, τερματίζοντας όμως ταυτόχρονα και την μακραίωνη ιστορία του πρώτου πολίσματος.

Από τα πρώτα μεγάλα έργα υποδομής ήταν οι σιδηρόδρομοι, των οποίων την τεχνική και κατασκευαστική εποπτεία είχαν οι μηχανικοί Evaristo de Chirico & Armand Hennebert. To 1884 ανεγέρθηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου, ενώ σταθμοί, φυλάκια, αποθήκες, κατά τα πρότυπα της Δ. Ευρώπης, παραδόθηκαν αργότερα. Το 1895 λειτούργησε το ατμοκίνητο τραίνο της γραμμής, που ένωνε το Βόλο με τα Λεχώνια. Η γραμμή προεκτάθηκε γρήγορα (1903) μέχρι τις Μηλιές του Πηλίου. Ακολούθησαν τα λιμενικά έργα, άρρηκτα συνδεδεμένα με τον ρόλο της πόλης σαν διαμετακομιστικό κέντρο. Η πόλη αρχικά υδρευόταν από πηγάδια, επειδή είχε υπόγεια υδροφόρα στρώματα. Ούτε λόγος βέβαια για υδροδότηση και αποχέτευση των ακαθάρτων και βρόχινων υδάτων. Με την ανάπτυξη της νέας πόλης, άρχισαν οι σκέψεις για μεταφορά νερού από πηγές του Πηλίου. Ήδη από το 1895 ο Βόλος ανήκε στην ομάδα των πέντε ελληνικών πόλεων, που διέθετε εργοστάσιο φωταερίου. Η Ηλεκτρική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1911. Αρχικά είχε 150 πελάτες και σύντομα απέκτησε 1000. Μόλις το 1957 η Εταιρεία εξαγοράστηκε από την ΔΕΗ.

Η βιομηχανία εισέβαλε δυναμικά και μέσα σε είκοσι χρόνια (1883 – 1910) ιδρύθηκαν 20 ατμοκίνητα εργοστάσια και καπναποθήκες, λόγω του εμπορίου του καπνού. Άνοιξαν καταστήματα Τραπεζών κρατικών και ιδιωτικών. Η αστικοποίηση και εκβιομηχάνιση συνδέθηκαν στενά και η πόλη ανέπτυξε ιδιαίτερο πρόσωπο. Οι δυτικές συνοικίες του Οξυγόνου και της Μεταμορφώσεως συγκέντρωσαν τις εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η κεντρική συνοικία του Άγιου Νικολάου τα μεγαλοαστικά κτίρια. Η συνοικία του Αγ .Κωνσταντίνου, από την ομώνυμη εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης έργο του αρχιτέκτονα Ζάχου, κατοικήθηκε από τα νέα αστικά στρώματα.

Το 1920 η πόλη αριθμούσε 30.000 και πλέον κατοίκους. Από τους ευρωπαίους κατοίκους (καθολικούς και Εβραίους), οι Εβραίοι ήταν η μόνη κοινότητα με ταχύρρυθμη εμπορική ανάπτυξη και οικονομική άνθιση (υπήρχε και ιδιωτική Τράπεζα Βαρούχ – Λεβή). Όλα σχεδόν τα μέλη της σώθηκαν από το ολοκαύτωμα χάρη στην αλληλεγγύη των ανθρώπων και την έγκαιρη συνεννόηση του ραβίνου και του Γερμανού προξένου στο Βόλο. Το ποσοστό της απώλειας κατά το ολοκαύτωμα ήταν μόνο το 26% της κοινότητας.

Το 1922 ο Βόλος έγινε τόπος μιας ισχυρής πληθυσμιακής και οικονομικής αύξησης. Το λιμάνι (από άποψη προσέγγισης) και κυρίως η προοπτική εργασίας έφεραν στην πόλη 13.773 πρόσφυγες. Η μεγαλύτερη εγκατάστασή τους έγινε στην περιοχή του Ξηρόκαμπου, όπου δημιουργήθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Νέας Ιωνίας. Τα όρια του συνοικισμού ήταν εκτός του αστικού ιστού του Βόλου πέρα από το φυσικό του σύνορο τον χείμαρρο Κραυσίδωνα, ώστε να μη διαταραχθεί η ομοιογένεια του «κοινωνικού περιβάλλοντος» της πόλης. Η διάταξη του συνοικισμού ήταν κανονικός κάνναβος με μικρά τετράγωνα και στενούς δρόμους. Οι πρόσφυγες τροφοδότησαν την πόλη με χρήσιμα εργατικά χέρια, που συνέβαλαν στον βιομηχανικό σχηματισμό. Οι άνδρες κατανεμήθηκαν σε παραδοσιακά ανδρικά επαγγέλματα (βιομηχανία, σιδηρουργία, λιμάνι) και οι γυναίκες κυρίως στην υφαντουργία, την καπνοβιομηχανία, καθώς και σαν οικιακοί βοηθοί. Ακόμη σε κεντρικές πλατείες πρόσφυγες πουλούσαν την πραμάτεια τους διαμορφώνοντας μία ανεπίσημη μικροαγορά. Ήταν εύθυμοι και γλεντζέδες. Παραδίδεται ότι «όταν ήταν Αποκριές η Ν. Ιωνία καιγόταν από τους χορούς και τα γλέντια, ενώ στην νέα πόλη τίποτε». Αν και προσπαθούσαν να δείξουν εργατικότητα, μεθοδικότητα και νοικοκυροσύνη, εντούτοις ήταν εμφανή τα σημάδια της απόρριψη τους (τους έλεγαν Τουρκόσπορους) και οι γονείς φοβέριζαν τα παιδιά τους «θα σε δώσουμε στην πρόσφυγκα». Σήμερα οι διακρίσεις έχουν εξαλειφθεί και οι νεότερες γενιές προσφύγων έχουν αφομοιωθεί, αν και προσπαθούν να διατηρήσουν τα βιώματά τους και την συλλογική μνήμη μέσα από πολιτιστικούς συλλόγους.

Η ανάπτυξη κατέστησε την πόλη του Βόλου επίκεντρο εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων, αποκτώντας συνδικαλιστικό όργανο – Εργατικό Κέντρο ήδη από το 1908, ανάλογο των ευρωπαϊκών του 19ου αι. Σε αυτό εντάχθηκαν εργάτες, τεχνίτες, επαγγελματίες ακόμη και διανοούμενοι και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάδοση ριζοσπαστικών και σοσιαλιστικών ιδεών. Εντούτοις η Βολιώτικη κοινωνία του 19ου αι. δεν έφθασε το ευρωπαϊκό ύφος άλλων πόλεων, όπως συνέβη στην Αθήνα, στην Κέρκυρα, στην Ερμούπολη. Ίσως γιατί εδώ η τουρκική κυριαρχία διατηρήθηκε περισσότερο. Αρχικά η καλλιτεχνική ζωή ήταν περιορισμένη και περισσότερο θερινή. Εμφανίζονταν φασουλήδες, ωδικά καφενεία, στα οποία οι χοροεσπερίδες ήταν σπάνιας απόλαυσης. Αργότερα στις αρχές του 20ου αι. η καλλιτεχνική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται σαν «χρυσή εποχή». Τότε δημιουργήθηκαν βιώσιμα χειμερινά θέατρα και κτίστηκε το Δημοτικό Θέατρο Βόλου, που βρίσκεται στην πλατεία Δημαρχείου και σήμερα στεγάζει το Δημοτικό Ωδείο. Μαθήματα καλλιτεχνίας, φιλολογικά σαλόνια, σουαρέ, εκθέσεις, συναυλίες, σύλλογοι φιλότεχνων, προσκλήσεις επώνυμων καλλιτεχνών, αγορές έργων τέχνης στοιχειοθετούν το πρόσωπο της βολιώτικης κοινωνίας των αρχών του 2ου αι. 

Πολλά δημόσια και κοινοφελή κτίρια, όπως το Αχιλλοπούλειο Νοσοκομείο και Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο, αποτέλεσαν ιδιωτική πρωτοβουλία ευεργετών με καταγωγή από το Πήλιο, που πρόκοψαν στην Αίγυπτο και στις παραδουνάβιες περιοχές. Ο Σύλλογος Φιλότεχνων οργάνωνε κάθε καλλιτεχνική εκδήλωση. Η τέχνη άφησε την λαϊκή παράδοση και ακολούθησε τον νεοκλασικισμό. Αυτό το ρεύμα θα επηρεάσει και τους καλλιτέχνες του Βόλου. Θα αναφέρω τον Ευστ. Αλτίνι από τη Ζαγορά, τον Γιάννη Ραφανίδη, μαθητή των Γύζη και Λύτρα, τον Γιάννη Πούλακα, μαθητή του Βολανάκη, τον Κων. Γκέσκο, που σπούδασε στο Μόναχο και στην Σχολή Julian στο Παρίσι, όπου και διακρίθηκε.

Εδώ γεννήθηκε και ο μεγάλος Ιταλός Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ο οποίος σε αυτοβιογραφικό ημερολόγιο γράφει «εγώ είχα γεννηθεί στο Βόλο μια αποπνικτική μέρα του Ιουλίου. Σε αυτή την μακρινή περίοδο της ζωής μου ένιωσα τα καλέσματα της τέχνης. Ένας σιδηροδρομικός υπάλληλος στον πατέρα μου, μου παρέδιδε μαθήματα σχεδίου. Λεγόταν Μαυρουδής, έλληνας από την Τεργέστη».

Στην δεκαετία του ’50 οι βιομήχανοι Παπαγεωργίου αναθέτουν στον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο την αγιογράφηση του παρεκκλησίου του Νοσοκομείου, της Αγ. Τριάδας, που είναι το μοναδικό δείγμα αγιογραφίας του ζωγράφου. Ο ζωγράφος Αγήνωρ Αστεριάδης φιλοτέχνησε την Πλατυτέρα στον ναό του Αγ. Νικολάου (τα έργα μπορούν οι επισκέπτες να τα βλέπουν).

Η παιδεία στην Μαγνησία ήδη από τον 18ο αι. παρουσιάζει ιστορικό ενδιαφέρον. Το Πήλιο ήταν έδρα σημαντικών Σχολών και Βιβλιοθηκών. Ο τόπος ανέδειξε μορφές των γραμμάτων και των επιστημών. Αναφέρω την «Μηλιώτικη Σχολή», το κατόρθωμα των μεγάλων Μηλιωτών Κωνσταντά και Άνθιμου Γαζή. Όμως το ιστορικό προηγούμενο για πολλές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, υπήρξε το «Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βόλου» (1908). Τα κύρια σημεία των μεταρρυθμίσεων στο Παρθεναγωγείο αυτό υπήρξαν:

  • περιορισμός της διδασκαλίας αρχαιοελληνικών κειμένων από το πρωτότυπο και αντικατάστασή τους με την μελέτη των κειμένων σε μετάφραση.
  • απόδοση πρωτεύουσας θέσης στον νεοελληνικό πολιτισμό
  • η καλλιέργεια αυτενέργειας των μαθητριών
  • η κατάργηση της δασκαλοκεντρικής παιδαγωγικής μεθόδου 
  • η κατάργηση των αυταρχικών σχέσεων διδασκόντων και μαθητριών
  • και τέλος η ριζοσπαστική καινοτομία στη διδασκαλία με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας.

Το πείραμα δεν ευδοκίμησε. Η γενική κατακραυγή οδήγησε στη δίνη των «Αθεϊκών» του Βόλου, που έληξε με την δίκη του Ναυπλίου το 1914.

Ο Πόλεμος και η Αντίσταση προκαλούν, όπως ήταν φυσικό, καίριες αλλαγές, ανακόπτεται η ανάπτυξη, ενώ η κακή οικονομία και η επακόλουθη αστυφιλία φέρνουν τον Βόλο σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Τότε σηματοδοτήθηκε η τομή μεταξύ της παλαιότερης και της σύγχρονης ιστορίας του Βόλου. Το γενικό μετεμφυλιακό κλίμα οδήγησε στον συγκεντρωτισμό των αρμοδιοτήτων καθορίζοντας αρνητικά την περιφερειακή ανάπτυξη. Αυτό είχε ιδιαίτερο αντίκτυπο στο Βόλο, όπου οι σχέσεις με το αριστερό και δημοκρατικό κίνημα ήταν χαρακτηριστικές.

Οι σεισμοί στην δεκαετία του ’50 καταστρέφουν υποδομές και οικίες και συντελείται η αλλαγή της ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης. Η πόλη ισοπεδώνεται, ευτυχώς χωρίς μεγάλο αριθμό θυμάτων. Σημαντικά νεοκλασικά οικοδομήματα καταστρέφονται και η αστική προπολεμική αρχιτεκτονική χάνεται στο μεγαλύτερο ποσοστό της. Η οικονομία κατέρρευσε και οι κάτοικοι έμειναν άνεργοι και άστεγοι σε αντίσκηνα για πολύ καιρό. Η περίοδος των κοινωνικών προβλημάτων και καταστροφών έκλεισε το φθινόπωρο του 1957 με την πλημμύρα, που συμπαρέσυρε ότι αφέθηκε «όρθιο».

Ωστόσο οι επόμενες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από την ανοικοδόμηση και ένα γενικότερο πρόγραμμα ανάκαμψης, ωστόσο η πόλη χάνει την πρωτοκαθεδρία της στον Θεσσαλικό χώρο. Στην δεκαετία του ΄90 οι προσπάθειες και πρωτοβουλίες για εκσυγχρονισμό συνέβαλαν στη διαμόρφωση του νέου προσώπου της πόλης.

 

Αφήστε μια απάντηση