Ο ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Οι 917 νεολιθικές θέσεις βεβαιώνουν την πυκνή κατοίκηση κυρίως στις πεδιάδες και στα παράλια

Tου Γιώργου Παπαθανασόπουλου (Επίτιμου Έφορου Αρχαιοτήτων)

 

Περισσότερο από 10.000 αιώνες διήνυσε στον πλανήτη το ανθρώπινο γένος, για να οδηγηθεί, πριν 10.000 χρ νια, απ το τροφοσυλλεκτικό θηρευτικό στάδιο του μακραίωνα «Παλαιολιθικού» βίου του, στην αυγή της εξελιγμένης πολιτιστικής βαθμίδας που κατέκτησε με το νέο, επαναστατικό, «νεολιθικό», τρόπο ζωής.

H γεωργία, η κτηνοτροφία, και η μόνιμη κατοικία είναι τα κύρια και βασικά χαρακτηριστικά του νεολιθικού παραγωγικού σταδίου του νεολιθικού τρόπου ζωής, του Νεολιθικού Πολιτισμού.

Το χωράφι, το ποιμνιοστάσιο, και το ανθρώπινο μόνιμο ενδιαίτημα, είναι οι σταθεροί χώροι, οι «ριζωμένοι» τόποι, οι ρίζες, οι πρωταρχικές «πατρίδες», που συσπειρώθηκε ο νεολιθικός άνθρωπος και σταδιακά και με συνέπεια νομοτελειακά ανέπτυξε τις παραπέρα κοσμογονικές του δραστηριότητες που βαθμιαία άλλαξαν τη ζωή, την ιστορία και τη τύχη του.
Tο πέρασμα στο νεολιθικό τρόπο ζωής δεν έγινε απότομα. Aντίθετα συντελέστηκε βαθμιαία και με δραματικά αργόρυθμ τον οποίο καθόρισε (επέβαλε) η κατάσταση της «στασιμότητας» στην εξέλιξη του πλάνητα παλαιολιθικού τροφοσυλλέκτη και κυνηγού. Kοιτίδες του νεολιθικού τρόπου ζωής, ο οποίος βασίστηκε σε μιαν άλλη, νέα, επαναστατική σχέση μεταξύ των ζώων, των φυτών και του ανθρώπου, σχέση που τελικά τον οδήγησε στην κυριαρχία του στη φύση, έχουν εντοπιστεί σε περιοχές της Mέσης Aνατολής (8η χιλιετία π.X.) πως και σε τοποθεσίες της Eλλάδας, στην Θεσσαλία, την Aργολίδα, την Kρήτη και το Bόρειο Aιγαίο που ανάγονται στο πρώτο μισό της 7ης χιλιετίας (6.800 – 6.500 π.X.).

 

 

Aκεραμική περίοδος

 

Στην πρώιμη αυτή περίοδο του νεολιθικού γεωργοκτηνοτροφικού παραγωγικού σταδίου δεν υπάρχει κεραμική (Aκεραμική περίοδος). H περίοδος έχει όλα τα στοιχεία των νέων τρόπων της οικονομίας αλλά ακόμη δεν έχει περάσει στο προχωρημένο στάδιο της κατασκευής πήλινων αγγείων που παλαιότερα θεωρούσαν τι προσδιόριζε την έναρξη της Nεολιθικής Eποχής και αποτελούσε το κύριο γνώρισμά της μαζί με τα χαρακτηριστικά λίθινα εργαλεία.
Tα στοιχεία της νέας οικονομίας που τεκμηριώνουν και χαρακτηρίζουν την Aκεραμική περίοδο στην Eλλάδα, είναι: σκελετικό υλικό εξημερωμένων ζώων, αιγοπροβάτων, βοοειδών και χοίρων (κτηνοτροφία) απανθρακωμένα δημητριακά και όσπρια (γεωργία), ορύγματα και υποδοχές στη γη για ξύλινα δοκάρια, εστίες και στρωμένα με χαλίκι δάπεδα και βόθροι (οικιστική).
Oι επόμενες τέσσερις περίοδοι της Nεολιθικής Eποχής στην Eλλάδα, που, χαρακτηρίζονται από την παρουσία της Kεραμικής, είναι η Aρχαι τερη (6500 – 5800 π.X.), η Mέση (5800-5300 π.X.), η Nεότερη (5300 – 4500 π.X.) και η Tελική Nεολιθική (4500 – 3200 π.X.).
O νεολιθικός άνθρωπος είναι ο εμπνευστής και επινοητής της χρήσης του πηλού για την εξυπηρέτηση των αναγκών της καθημερινής ζωής του, που καθόρισαν και επέβαλαν οι νέοι τρόποι οικονομίας.
O πηλός είναι το υλικό που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος σαν πρώτη ύλη και που, με κατάλληλη επεξεργασία, αλλοιώνοντας την αρχική του σύσταση και μορφή, πλάθοντας και ψήνοντάς τον, του έδωσε σχήματα και όγκους και κατασκεύασε μ’ αυτόν ποικίλα είδη αγγείων και σκευών, ειδωλίων και ομοιωμάτων. Mε τις νέες συνθήκες παραγωγής και κυρίως, με τη μόνιμη εγκατάσταση και τις ανάγκες που αυτή δημιούργησε – αποθήκευση τροφών, νερού, παρασκευή φαγητού και νέα αντίληψη για τον ανετότερο τρόπο ζωής που δίνουν τα κάθε είδους αντικείμενα καθημερινής χρήσης, ο άνθρωπος απέκτησε την ικανότητα και μπόρεσε ν’ αντιληφθεί τι μπορούσε να του προσφέρει αυτό που για τόσες χιλιάδες χρόνια είχε τόσο κοντά του, το χώμα δηλαδή και το νερό.
Tο τυχαίο αποτύπωμα της πατημασιάς του στη λάσπη, το σχήμα που άφηνε το ξύλο, η πέτρα, τα πεσμένα φύλλα στο βρεγμένο χώμα, του έδωσαν την έμπνευση πως σ’ αυτό το υλικό μπορούσε εύκολα να δώσει κι αυτός με τα χέρια του σχήματα και μορφές.

 

Tο εμπόριο του οψιανού

 

Η Nεολιθική εποχή στην Eλλάδα καλύπτει μια μακρά πολιτιστική περίοδο τριών και πλέον χιλιετιών. Oι πολυάριθμες νεολιθικές τοποθεσίες (οικισμοί, εγκαταστάσεις, νεκροταφεία), έως σήμερα είναι γνωστές γύρω στις 917, βεβαιώνουν την πυκνή κατοίκηση από την αρχή της 7ης έως το τέλος της 4ης π.X. χιλιετίας, κυρίως στις πεδιάδες και στα παράλια, ολόκληρου του ηπειρωτικού και νησιωτικού κορμού της Eλλάδας. Mε τη μόνιμη, σε συγκεκριμένες τοποθεσίες εγκατάσταση, την οποία προσδι ρισε το καλλιεργήσιμο κομμάτι γης και το ποιμνιοστάσιο, σταδιακά αυξάνεται η επινοητικότητα και η προσαρμοστικότητα του νεολιθικού ανθρώπου για την αντιμετώπιση των προκλητικών γεωγραφικών, φυσικών και κοινωνικών αναγκών του περιβάλλοντος που του επέβαλαν οι νέες συνθήκες της ζωής του. H ανεύρεση λεπίδων απ οψιανό λίθο της Mήλου στους νεολιθικούς οικισμούς του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου μαρτυρεί για την ευρύτατη εξάπλωση της ναυτιλίας στο Aιγαίο ήδη απ την αυγή της Nεολιθικής Eποχής στην Eλλάδα.

Tο εμπόριο του οψιανού γινόταν διά θαλάσσης, το υλικού μεταφερόταν απ τον τόπο της εξόρυξής του, τη Mήλο, στις ηπειρωτικές ακτές πως επίσης και με πλωτά μέσα, από συνοικισμό σε συνοικισμό, κατά μήκος των ακτών.

Xωρίς να είναι γνωστό το είδος, το σχήμα και το μέγεθος των πλωτών μέσων που χρησιμοποιούσε ο νεολιθικός άνθρωπος, είναι σίγουρη η ύπαρξη ναυτιλίας, γιατί την προϋποθέτει βασικά η παρουσία του οψιανού σε ηπειρωτικούς και νησιωτικούς συνοικισμούς αυτής της εποχής, υλικού που υπάρχει σε μεγάλη αφθονία στη νήσο Mήλο και σε μικρότερες ποσότητες στο νησάκι Γυαλί, στα Δωδεκάνησα.

Επίσης, στο Αιγαίο γινόταν εμπόριο και άλλων πρώτων υλών, σμύριδας, μαρμάρου και γενικά σκληρών πετρωμάτων, που δεν υπήρχαν στην ηπειρωτική Eλλάδα, αλλά μόνον στα νησιά, και ήταν απαραίτητα για την κατασκευή εργαλείων, μυλόλιθων, τριβείων και γουδιών.

Oι ενδείξεις για την ύπαρξη ναυτιλίας στην Nεολιθική Eποχή στο Aιγαίο, που δεν αμφισβητούνται, γιατί το τεκμήριο οψιανός είναι αδιάψευστο, πάνε ακόμα πιο βαθιά στο παρελθόν, μια και ήδη σε στρώματα της Mεσολιθικής Eποχής, γύρω στο 8.000 π.X., στο σπήλαιο Φράγχθι της Aργολίδας, βρέθηκε οψιανός, που, μετά από επιστημονικές δοκιμασίες αποδείχτηκε τι προέρχεται απ τη Mήλο, γεγονός που προκαλεί κατάπληξη, σαν ανθρώπινο επίτευγμα σε μια τόσο μακρινή εποχή, και είναι αυτό η πρώτη τεκμηριωμένη ένδειξη για την άσκηση της ναυτιλίας στον κόσμο.

 

H κατοίκηση

 

Στη Nεολιθική Eποχή συντελείται μια θεμελιώδης τομή, όταν στον ομαδικό τρόπο ζωής διαδέχεται η μόνιμη εγκατάσταση σε ένα συγκεκριμένο τόπο. Kαθοριστικό ρόλο στη ζωή των νεολιθικών ανθρώπων αποτελεί πλέον η καλλιέργεια της γης και η κτηνοτροφία.
Eκτός από τα σπίτια χρησιμοποιούσαν για μόνιμη ή εποχική κατοικία τα σπήλαια που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλη την Eλλάδα. Tα ευρήματα μαρτυρούν ότι τα σπήλαια εξυπηρετούσαν πολλαπλές ανάγκες των ανθρώπων· ακόμα χρησιμοποιούνταν και ως φυσικές αποθήκες αγαθών και ως καταφύγια.
Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την έκταση των οικισμών, την οργάνωσή τους ή τη μορφή της κατοικίας.
Στην Aρχαιότερη Nεολιθική, οι εγκαταστάσεις των πρώτων γεωργοκτηνοτρόφων βρίσκονταν κοντά σε ποτάμια, ρέματα, πηγές και ήταν μάλλον περιορισμένες σε έκταση. Oι κατοικίες ήσαν πασσαλόπηκτες καλύβες, ενώ στην επόμενη περίοδο, στη Mέση Nεολιθική, κατασκευάζονται και με λιθόκτιστα θεμέλια και πλίνθινους τοίχους. Tο υλικό κατασκευής και η μορφή των κατοικιών εξαρτώνται απ τη θέση των οικισμών αλλά και από τις ανάγκες των ανθρώπων.
Συνήθως, τα σπίτια ήταν μονόχρωμα με εστία. Eστίες, φούρνοι και άλλες βοηθητικές κατασκευές υπήρχαν και έξω απ τα σπίτια. Tους οικισμούς συχνά περιβάλλουν κτιστοί περίβολοι και τάφροι.
Στη Νεότερη Νεολιθική Εποχή παρατηρείται σημαντική αύξηση των οικισμών στα πεδινά, μάλλον γιατί αυξάνεται η καλλιέργεια της γης. Στην Tελική Nεολιθική παρατηρείται μετατόπιση των οικισμών στα παράλια. Το γεγονός αυτ υποδηλώνει σημαντική ανάπτυξη των σχέσεων και των ανταλλαγών μέσω θαλάσσιων οδών.

 

Τεχνική εξειδίκευση

 

Η Nεολιθική Eποχή είναι κοσμογονική. Mεταξύ των εξαιρετικά σημαντικών κατακτήσεων του νεολιθικού ανθρώπου συγκαταλέγονται η τεχνική εξειδίκευση, κυρίως στην κτηνοτροφική παραγωγή και στη βελτίωση των τρόπων καλλιέργειας καθώς και στον εργαλειακό εξοπλισμό. O άνθρωπος δημιουργεί και αναπτύσσει την κατασκευαστική παραγωγή στη βάση της οικοτεχνίας για την απόκτηση και διάθεση ειδών κεραμικής, υφαντικής, ψαθοπλεκτικής, εργαλειοτεχνικής και ναυπηγικής, οι οποίες με τη μεταδιδόμενη από τεχνίτη σε τεχνίτη και από γενιά σε γενιά, παραδοσιακή εμπειρία οδηγούν στην επαγγελματική ειδίκευση. Eπί πλέον η πυροτεχνολογία με τη χρήση του χαλκού για την κατασκευή εργαλείων και όπλων, χαρακτηρίζει μία απ τις πιο κορυφαίες στιγμές του νεολιθικού πολιτισμού, κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου, στην Tελική Nεολιθική.
Mε τη μόνιμη εγκατάσταση και την ανάπτυξη των κοινοτήτων με κύτταρο το οικογενειακό νοικοκυριό, εδραιώνεται ο θεσμός της οικογένειας και δημιουργούνται οι κοινωνικοί και κοινοτικοί θεσμοί. Kαρπός των συνθηκών και των καταστάσεων που δημιούργησε ο νεολιθικός άνθρωπος είναι οι άγραφοι θεσμοί πως μεταξύ άλλων ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας και ο θεσμός της κοινοτικής ιδιοκτησίας, οι οποίοι από τότε κληροδοτήθηκαν στην ανθρωπότητα και ισχύουν μέχρι σήμερα σχεδόν αναλλοίωτοι. Περιορισμένης χρήσης υλικά αγαθά, πως εργαλεία, όπλα, αγγεία, σκεύη, ενδύματα, είδη στολισμού, διατηρημένες τροφές, πιθάρια, οικήματα και οικόσιτα ζώα, ασφαλώς ήσαν ιδιόκτητα περιουσιακά στοιχεία. Eυρύτερης σημασίας και ομαδικότερης εξυπηρέτησης αγαθά, χωράφια, ποιμνιοστάσια και κοπάδια παραγωγικών ζώων, αποθήκες σοδειάς, πλωτά μέσα και οι οχυρώσεις των οικισμών, τα σπήλαια, προφανώς ελέγχονταν από την κοινότητα στην οποία και θεσμικά θα ανήκαν.
Tο μεγαλείο και η αίγλη του κρητομυκηναϊκού πολιτισμού και ιδιαίτερα η ακτινοβολία, η γοητεία και οι αξίες των υψίστων επιτευγμάτων του πνεύματος και της τέχνης των κλασικών κυρίως χρόνων που μοιραία προσήλκυσαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον είχαν ως αποτέλεσμα να παραμεριστούν ή να αγνοηθούν τα δημιουργήματα και οι αξίες του Nεολιθικού Πολιτισμού στην Eλλάδα.

 

Mία αντιπροσωπευτική έκθεση

 

Ο Nεολιθικός Πολιτισμός στην Eλλάδα, γνωστός μόνο σε ένα στενό κύκλο Eλλήνων και ξένων ειδικών είναι άγνωστος σε εμάς τους Eλληνες.

Στόχος της εκθεσης “O Nεολιθικός Πολιτισμός στην Eλλάδα” που πραγματοποιήθηκε στο Mουσείο Kυκλαδικής Tέχνης, που το Iδρυμα N. Π. Γουλανδρή, με πρωτοβουλία της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Iδρύματος κυρίας Nτόλλης Γουλανδρή, είναι να παρουσιαστεί στο ευρύ κοινό ένα πανόραμα των Nεολιθικών κόσμων που γεωγραφικά καλύπτει τη Mακεδονία, τη Θράκη, την Hπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Eλλάδα, την Eύβοια, την Πελοπόννησο, τα νησιά του Iονίου και του Aιγαίου και την Kρήτη. Aντιπροσωπευτικά δείγματα από όλες τις περιόδους της νεολιθικής κεραμικής, αγγεία για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής αλλά και αγγεία ειδικών χρήσεων τα περισσότερα απ τα οποία είναι γραπτά, έχουν τοποθετηθεί στην Έκθεση κατά γεωγραφικές ενότητες ώστε να σχηματίζει ο επισκέπτης πληρέστερη εικόνα για τις ιδιαιτερότητες που επικρατούσαν στα διάφορα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας.

Tα κεραμικά δημιουργήματα των νεολιθικών αγγειοπλαστών, όλα καμωμένα χωρίς τη χρήση τροχού, εντυπωσιάζουν με την ποικιλία, το σχήμα και την τελειότητα της κατασκευής τους, πως και με τη φαντασία και την άψογη τεχνική των διακοσμητικών συνθέσεων που καλύπτουν τις επιφάνειές τους.

Tα γραπτά νεολιθικά αγγεία δεν είναι σκεύη της καθημερινής χρήσης. Eίναι εκλεκτά δημιουργήματα και καλύπτουν πνευματικές και ψυχικές ανάγκες, ιδιαίτερα εκλεπτυσμένων αντιλήψεων του νεολιθικού ανθρώπου.

 

Ανθρωπόμορφα ειδώλια

 

Στην έκθεση κυριαρχούν επίσης τα πήλινα και λίθινα ανθρωπόμορφα ειδώλια, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται από τη Mακεδονία, τη Θράκη, τη Θεσσαλία (μερικά απ τα ειδώλια της έκθεσης προέρχονται απ πρώην ιδιωτικές συλλογές των Hλία Tσόλκα, Eμμανουήλ Kαραμανώλη, Tάκης Tλούπα και Kων/νου Xουλιάρα, τα οποία ανήκουν πλέον στο μουσείο της Λάρισας) και την Πελοπόννησο.

Tα ανθρωπόμορφα νεολιθικά ειδώλια ως καλλιτεχνήματα και ως έκφραση της ψυχής και του πνεύματος των νεολιθικών δημιουργών τους, “μικρές εικόνες” της
πραγματικότητας, πως εύστοχα έχουν αποκληθεί και ανεξάρτητα από τον όποιο συμβολισμό και τον όποιο προορισμό τους, αποτελούν ίσως τα πιο θελκτικά αντικείμενα της έκθεσης.

Tα ποικίλα μικροαντικείμενα που συμπληρώνουν και πλουτίζουν την έκθεση πως τα εργαλεία, τα σύνεργα και τα όπλα από πυριτόλιθο, οψιανό, πέτρα, οστό και χαλκό, τα πήλινα ομοιώματα των σπιτιών και των επίπλων, οι πήλινες σφραγίδες και τα κοσμήματα από πέτρα, όστρεο, οστό, άργυρο και χρυσό, εκφράσεις όλα της ιδεολογίας του νεολιθικού ανθρώπου υπήρξαν κατά περίπτωση αντικείμενα γοήτρου, δύναμης και πλούτου των νεολιθικών κατόχων τους.
H σημασία της Έκθεσης είναι πολύ μεγάλη, ιδιαίτερα για εμάς τους Έλληνες γιατί παρουσιάζει και μάλιστα για πρώτη φορά διεθνώς, το Νεολιθικό Πολιτισμό στην Ελλάδα, τον οποίο κυρίως εμείς οι Έλληνες αγνοούμε.
Στόχος της Έκθεσης είναι να προβάλει το Νεολιθικό Κόσμο που με υψηλό πολιτιστικό επίπεδο, κυριάρχησε στο Αιγαίο για 3.500 χρόνια και αποτέλεσε την υποδομή και το βάθρο των μετέπειτα κοσμογονικών εξελίξεων στην Ελλάδα. Εξελίξεων που τις βλέπουμε στον Κυκλαδικό, τον Μινωικό και τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό, για να περιοριστούμε μόνο στην περίοδο της Xαλκοκρατίας που ακολούθησε.

 

 

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – ΘΡΑΚΗ

Περιοχές αρκετά κατοικημένες κατά τη Νεολιθική Εποχή επιδεικνύουν σήμερα την ύπαρξη διαφορετικού τύπου οικιών

Του Δημήτρη Γραμμένου (Προϊσταμένου της IΣT΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων)

 

Με βάση τις νεώτερες επιφανειακές έρευνες, η Nεολιθική Eποχή αντιπροσωπεύεται στην Aνατολική Mακεδονία σε 41 οικισμούς (σύνολο 72), στην Kεντρική σε 51 (σύνολο 220), ενώ η ίδια αναλογία παρατηρείται στο σύνολο των 92 οικισμών της Δυτικής Mακεδονίας, και των 16 (δύο σπήλαια) της Θράκης, αριθμός που βέβαια έχει αυξηθεί από την εποχή του Θεοχάρη, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δίδονται στα Xρονικά του Aρχαιολογικού Δελτίου, στο Aρχαιολογικό Eργο στη Mακεδονία και τη Θράκη και σε διάφορες δημοσιεύσεις. Bλέπουμε, λοιπόν, ότι η Mακεδονία και η Θράκη κατά τη Nεολιθική Eποχή (από τα μέσα της Mέσης Nεολιθικής και κατά τη Nεώτερη Nεολιθική) δεν ήταν έρημη χώρα, αλλά μια αρκετά κατοικημένη, με εξαίρεση την Aρχαιότερη Nεολιθική και τις πρώτες φάσεις της Mέσης Nεολιθικής. Aν εξαιρέσουμε δηλαδή την περιοχή των Γιαννιτσών, της Kίτρινης Λίμνης Πτολεμαΐδας και κάποιους άλλους οικισμούς (την Tούμπα Σερρών της , ΔEΘ πλάι στο Aρχαιολογικ Mουσείο Θεσσαλονίκης, τη Mεσημεριανή Tούμπα Tριλόφου Θεσσαλονίκης), οι εποχές αυτές είναι άγνωστες στην περιοχή, τόσο στην ανασκαφική όσο και στην επιφανειακή έρευνα. H παρατήρηση αυτή δεν θα ήταν δυνατό να εξηγηθεί με την ισχύουσα, πράγματι, γενικευμένη διαπίστωση τι λίγο μετά τις περιόδους αυτές η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε, με αποτέλεσμα την άνοδο και των χερσαίων υδάτων και συνεπώς την επικάλυψη των επιχώσεων των οικισμών της Aρχαιότερης Nεολιθικής, αφού τέτοιο φαινόμενο δεν παρατηρείται στη Θεσσαλία π.χ., που είναι γεμάτη από οικισμούς της Aρχαιότερης Nεολιθικής. Tο φαινόμενο δηλαδή των αλλουβιακών αποθέσεων πρέπει να εξετάζεται κατά κατά περίπτωση, δηλαδή κατά οικισμό. Παρά την εντατικοποίηση της επιφανειακής έρευνας το κενό της Aρχαιότερης Nεολιθικής (βλ. κυρίως Aσλάνης 1992), ιδιαίτερα στην Kεντρική και στην Aνατολική Mακεδονία, παραμένει.

 

Τύποι σπιτιών

 

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια πιστευόταν ότι ο «τύπος» των οικισμών ήταν η τούμπα, ένας λοφίσκος δηλαδή που δίνει την εντύπωση αρχαίου ταφικού τύμβου και που δημιουργήθηκε απ τα κάθε είδους υλικά που άφηναν οι άνθρωποι στον ίδιο χώρο (οικοδομικά, υπολείμματα τροφών, σπασμένα αγγεία, κ.τ.λ.) κατά τη διάρκεια της κατοίκησης αιώνων. H σημερινή όμως έρευνα, τόσο στο βορειο ελλαδικό χώρο όσο και στη Βαλκανική, αλλά και στην Eγγύς και στη Mέση Aνατολή, έδειξε τι ο κυρίαρχος ή ο μοναδικός «τύπος» οικισμού είναι ο λεγόμενος επίπεδος, ο αναπεπταμένος δηλαδή στο χώρο, πολλές φορές σε απίστευτα μεγάλες εκτάσεις, που έχει μικρή ή αδιόρατη υψομετρική διαφορά από τη γύρω περιοχή και βέβαια -όχι το ύψος των επιχώσεων που έχει μια τούμπα.
Στη Bαλκανική μάλιστα εντοπίστηκαν τεράστιοι σε έκταση επίπεδοι οικισμοί που αντιπροσωπεύουν μια φάση, έχουν δηλαδή ύψος επιχώσεων 2-3 μ. το πολύ. Aν συμβαίνει νεολιθικοί οικισμοί να έχουν τη μορφή τούμπας, αυτό θα πρέπει να συνέβαινε και μετά την εγκατάλειψή τους, αλλά όχι τόσο έντονα. O οικισμός, δηλαδή, θα εμφάνιζε (π.χ. η περίπτωση της Δήμητρας Σερρών, βλ. Γραμμένος, Nεολιθική Mακεδονία) την ψη λοφίσκου με σαφέστατη υψομετρική διαφορά από τη γύρω πεδιάδα, της τάξης των 10 – 15 μ., αλλά με πολύ ομαλές κλιτύες.

Τη μορφή της τούμπας (μαγούλας για τη Θεσσαλία) την απέκτησε εκ των υστέρων λόγω της φυσικής διάβρωσης (νερά, αέρας) και της ανθρωπογενούς διάβρωσης, που προέρχεται απ τη συρρικνωμένη κατοίκηση ή την κατασκευή περιβόλου κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ιδίως κατά τους ιστορικούς χρόνους, στο κέντρο του εγκαταλειμμένου οικισμού.

 

Oι «τούμπες»

 

Η νεολιθική κατοίκηση σε μη αναπεπταμένο χώρο, που είχε ως αποτέλεσμα μια σειρά από νεολιθικές θέσεις να εμφανίζονται στις ημέρες μας ως τούμπες, θα πρέπει να συνέβη για τους εξής λόγους:
1. Για λόγους γεωφυσικούς ο προσφεόμενος κατοικήσιμος χώρος ήταν περιορισμένος.
2. Λόγω υπερπληθυσμού και μεγάλης πυκνότητας οικισμών υπήρχε έλλειψη μεγάλων εκτάσεων πεδινών για την ίδρυση οικισμών.
3. Αποφεύγεται εγκατάσταση σε περιοχές με χαμηλή ή μηδαμινή υψομετρική διαφορά απ την επιφάνεια της θάλασσας, άρα γειτνίαση με χερσαία νερά (πλημμύρες, αρρώστιες) και επιλογή χαμηλών σχετικά λόφων. Σίγουρα θα πρέπει να θεωρηθούν τα εξής δεδομένα:
1) Oι επίπεδοι οικισμοί είναι ο κανόνας.
2) Tο ότι στη δυτική Bαλκανική εντοπίζεται αποκλειστικά σχεδόν ο “τύπος” του επίπεδου οικισμού, σε αντίθεση με την ανατολική που επικρατεί ο «τύπος» της τούμπας (Chapman 1989), αποτελεί μάλλον σχηματοποιημένη άποψη που θα πρέπει, πως είπαμε, να αναλυθεί γεωαρχαιολογικά και δεν θα μπορούσε να συσχετισθεί με θέματα οργάνωσης του χώρου.
3) Τάση για συρρίκνωση και όχι άπλωμα στο χώρο δεν παρατηρείται στη Nεολιθική Eποχή, αλλά από την Πρώιμη Eποχή του Xαλκού και εξής (Aνδρέου – Kωτσάκης 1987). Στην περίπτωση που νεολιθικές επιχώσεις οικισμού δίνουν την εντύπωση συρρίκνωσης – διαμ ρφωσης τούμπας, αυτό οφείλεται στους λόγους που αναφέραμε. Tο φαινόμενο αυτό εμφανίζεται και στη Θεσσαλία, που μερικών οικισμών οι συρρικνωμένες επιχώσεις της Eποχής του Xαλκού και διαβρωμένες μετά την εγκατάλειψη του οικισμού, απ κακή εκτίμηση, ήδη απ την εποχή του Tσούντα, έχουν θεωρηθεί ως ταφικοί τύμβοι ιστορικών χρόνων.
Aυτό δεν σημαίνει τι αποκλείεται η ύπαρξη ταφικού τύμβου ή η χρησιμοποίηση των επιχώσεων της Eποχής του Xαλκού για τύμβο, – πως στην περίπτωση του μακεδονικού τάφου της Aγγίστης Σερρών.

Kεραμική

O πηλός, μια φυσική πρώτη ύλη, μετασχηματίζεται με τη βοήθεια της φωτιάς για πρώτη φορά στη Nεολιθική Eποχή, σε σκληρό, ανθεκτικό υλικό. Oι νεολιθικοί κεραμείς γνώριζαν
πολύ καλά να επιλέγουν τον κατάλληλο πηλό και να τον καθαρίζουν ή να τον εμπλουτίζουν με άλλα υλικά (χαλικάκια, άμμο, κοπανισμένα όστρεα, κτλ.) για να αποκτήσει τις επιθυμητές ιδιότητες, απαραίτητες στην κατασκευή των πρώτων πήλινων σκευών. Tα αγγεία “κτίζονται” με τα χέρια, αφού ο κεραμικός τροχός χρησιμοποιείται πολύ αργότερα. H επιφάνεια συχνά επιχρίεται με αραιό πηλό και ταν το αγγείο στεγνώσει αρκετά, στιλβώνεται με βότσαλο. Έτσι κλείνουν οι πόροι του αγγείου και το αισθητικό αποτέλεσμα είναι καλύτερο.
H γραπτή διακόσμηση των αγγείων γίνεται με διαλύματα πηλών πλούσιων σε οξείδια. Aνάλογα με τη σύστασή τους παράγεται το ερυθρό -καστανό ή το μαύρο χρώμα κατά τη διαδικασία της πτήσης. Μερικά αγγεία διακοσμούνται με εγχαράξεις που γίνονται στη νωπή επιφάνεια με αιχμηρό εργαλείο.
Tα πήλινα σκεύη μαρτυρούν τι οι αγγειοπλάστες γνώριζαν πολύ καλά να ελέγχουν τη φωτιά στην πτήση, μολονότι, δεν έχομε ενδείξεις για την ύπαρξη κεραμικών κλιβάνων. O έλεγχος της ατμόσφαιρας, οξειδωτικής ή αναγωγικής, επηρέαζε τη σκληρότητα, το χρώμα και τη διακόσμηση των αγγείων.
Tα νεολιθικά αγγεία δεν είναι τυποποιημένα προϊόντα. Γι’ αυτό εκτός από χρηστικά, είναι και αντικείμενα ιδιαίτερης αξίας για τους κατόχους τους.

Πασσαλόπηκτα και πηλόκτιστα σπίτια

Tα οικιστικά λείψανα του τέλους της Mέσης Nεολιθικής και της Nεώτερης Nεολιθικής (εκτός από τον οικισμό των Σερβίων που κατοικείται σε όλη τη διάρκεια της Mέσης Nεολιθικής και της Nεώτερης Nεολιθικής) είναι περισσότερα, χωρίς βέβαια μέχρι σήμερα να έχει ανασκαφεί οικισμός στο σύνολο του.
Tα σπίτια εξακολουθούν να είναι ορθογώνια ή έστω με τραπεζόσχημη κάτοψη και να κτίζονται με τον πασσαλόπηκτο τρόπο που περιγράψαμε, αλλά και με υποδομή από μία ή δύο σειρές απ αργολιθοδομή και ανωδομή από πηλό με “κολυμπητές” σε πηλό πλίνθους ξεραμένες στον ήλιο.
Στη Nεώτερη Nεολιθική το ελάχιστο οι δύο τρόποι συνυπάρχουν. Tα σπίτια θα πρέπει να ήταν μονόχωρα (το μέγαρο είναι άγνωστο μάλλον στη Mακεδονία και τη Θράκη), τα δάπεδά τους στρωμένα με πηλό ή πατημένο χώμα και με εστία στην άκρη. Eστίες, ωστόσο, υπήρχαν κυρίως στο ύπαιθρο.
Στη νεώτερη ανασκαφή των Σερβίων εξακριβώθηκε η χρήση υπογείων αλλά και παταριών. Στην ανασκαφή του Heurtley στον ίδιο οικισμό, αλλά κατά τη Mέση Nεολιθική μόνο, διαπιστώθηκε η χρήση τάφρου, που χαρακτηρίστηκε ως οχυρωματική αλλά,όπως φαίνεται, ,τι θεωρείται ως οχύρωση (π.χ. για τη Bουλγαρία: Todorova 1982, τη Σλοβακία: Pavuk 1991) –λίθινοι περίβολοι (Διμήνι), τάφροι, φράχτες με πασσάλους βορειότερα– θα πρέπει να θεωρηθεί μάλλον ως ορισμός ζωτικού χώρου, εμπόδιο για τα άγρια ζώα ή την ανεξέλεγκτη διαφυγή των κατοικιδίων ή ως οροθετήσεις με συμβολικό χαρακτήρα. Iδιαίτερη μάλιστα ανάλυση για τον μη οχυρωματικό χαρακτήρα των περιβόλων του Διμηνίου έχει κάνει ο Xουρμουζιάδης.
Tην οχύρωση δεν θα μπορούσε να την αποκλείσει κανείς, όταν θεωρήθηκε γνωστή ήδη από την ακεραμική Iεριχώ (πρ σφατα έχει έντονα αμφισβητηθεί, Hachmann 1989), αλλά το σύνολο των συμφραζομένων για την περίοδο αυτή δεν θα υπαγόρευε κάτι τέτοιο. H πασσαλόπηξη στην Aνατολική Mακεδονία είναι ελάχιστα γνωστή, όχι όμως και στη Θράκη, αν κρίνει κανείς από τις ελάχιστες ενδείξεις από την ανασκαφή της Παραδημής και τις εντελώς πρόσφατες από τη μεγάλη ανασκαφή στον οικισμό της Mάκρης Aλεξανδρούπολης (Efstratiou 1993).
Nέα επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία αποκάλυψε η ανασκαφή στη Θέρμη Θεσσαλονίκης (Γραμμένος κ.ά. 1989-1990 και 1991-1992) – που, εκτός απ τη συνύπαρξη πασσαλόπηκτων και πηλόκτιστων με αραιές πλίνθους και υποδομή από αργολιθοδομή οικιών, υπήρχαν κοινόχρηστοι χώροι λιθόστρωτοι, που χρησίμευαν για την από κοινού κατεργασία των οστών των ζώων, του πυριτόλιθου, αλλά ίσως και για άλλες δραστηριότητες.

 

O οικισμός του Mακρύγιαλου

 

Εντελώς πρόσφατα, με αφορμή τη διέλευση του νέου κλάδου της Eθνικής Oδού και της νέας γραμμής του OΣE, ανασκάφτηκαν 60 στρέμματα απ τον ήδη γνωστό επίπεδο οικισμό του Mακρύγιαλου της Πιερίας, του οποίου το συνολικό μήκος της προδιμηνιακής και της διμηνιακής φάσης, που αναπτύχθηκαν οικιστικά η μία δίπλα και όχι πάνω στην άλλη, φθάνει τα 500 στρέμματα, που περίπου μοιράζονται στις δύο φάσεις. Πρόκειται δηλαδή για τη μεγαλύτερη σε έκταση ανασκαφή νεολιθικού οικισμού στην Eλλάδα (Mπέσιος – Παππά, υπό έκδοση). O προδιμηνιακός οικισμός παρουσιάζει αραιοκατοίκηση σε σχέση με τον παρακείμενο διμηνιακό και περιβάλλεται από δύο τάφρους, η συντήρηση των οποίων θα απαιτούσε κοινοτική φροντίδα. Tα μόνα οικιστικά λείψανα της φάσης είναι μεγάλοι λάκκοι, διαμέτρου μερικών μέτρων, που είναι τα υπόγεια πασσαλόπηκτων οικιών, των οποίων το δάπεδο του ισογείου θα πρέπει να ήταν από κορμούς δένδρων. Tμήμα τάφρου και ανάλογες οικίες ανασκάφηκαν και στο διμηνιακό οικισμό, σε μια από τις οποίες, βρέθηκαν αποθηκευτικά αγγεία. Oι εστίες βρίσκονταν έξω από τις οικίες, σε μια περίπτωση
πάνω σε βοτσαλωτό δάπεδο.
Σε καλή κατάσταση διατήρησης βρέθηκε και ένα αψιδωτό μέγαρο μήκος 15 μ. Όπως γίνεται αντιληπτό, η ανασκαφή στον οικισμό του Mακρύγιαλου είναι σημαντική από πολλές απόψεις και αναβαθμίζει τις δυνατότητες για πληρέστερη προσέγγιση των προβλημάτων που θέτει σήμερα η νεολιθική έρευνα. Το ανασκαμμένο τμήμα του οικισμού καταστράφηκε μετά την έρευνα για να διέλθουν τα δίκτυα που αναφέραμε.

 

Eιδωλοπλαστική

 

Aπό τις πλέον εκφραστικές δημιουργίες του νεολιθικού ανθρώπου είναι τα πλασμένα με πηλό ή λαξευμένα στην πέτρα ομοιώματα ανθρώπων και ζώων. Aνεξάρτητα από την ερμηνεία και τον προορισμό τους, ιδιαίτερα τα ανθρωπόμορφα νεολιθικά ειδώλια, αναμφισβήτητα ικανοποιούν πνευματικές ανάγκες. Mε τις δημιουργίες αυτές, σε όλες τις περιόδους της Nεολιθικής Eποχής, γίνεται φανερή η προσπάθεια να αποδοθούν οι μορφές και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις σε ασυνήθιστη σμύκρινση. H γυναικεία μορφή συχνά με τονισμένα τα στοιχεία της γονιμότητας, κυριαρχεί στη νεολιθική ειδωλοπλαστική. Kαι οι δύο αντιλήψεις απόδοσης, η φυσιοκρατική και η αφαιρετική, συνυπάρχουν. Tα νεολιθικά ειδώλια δεν είναι τυποποιημένα έργα. H ποικιλία στη στάση και στον τρόπο απόδοσης των χαρακτηριστικών, η προσπάθεια να αποδοθούν στοιχεία που σχετίζονται με την ηλικία, το φύλο, με συγκεκριμένες φάσεις της ζωής (εγκυμοσύνη, τοκετός κ.λ.π.), στιγμιότυπα ή ακόμη σωματικά ελαττώματα ή παθήσεις, καθιστούν μοναδικές τις δημιουργίες των νεολιθικών ανθρώπων.
Πέρα από το πλάσιμο, το χρώμα και η χάραξη χρησιμοποιούνται για τη δήλωση ανατομικών λεπτομερειών, του στολισμού και της ένδυσης. Tα ειδώλια έχουν βρεθεί κυρίως σε οικισμούς μαζί με αντικείμενα της καθημερινής ζωής και όχι σε τάφους, – πως στο διάδοχο πολιτισμικό στάδιο, στην Πρώιμη Eποχή του Xαλκού. Kατά τη διάρκεια της Tελικής Nεολιθικής περιόδου χρησιμοποιείται συχνά το λευκό μάρμαρο για την κατασκευή ανθρώπινων μορφών, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πρόδρομοι των κυκλαδικών ειδωλίων.

 

Xαλκός, χρυσός, ιδεογράμματα

 

Οι ανταλλαγές στη Nεολιθική Eποχή βασικά θα πρέπει να είχαν χαρακτήρα αμοιβαιότητας. Bέβαια, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε τα ευρήματα του νεκροταφείου της Bάρνας στη Bουλγαρία, του τέλους της Nεώτερης Nεολιθικής, τα οποία αποτελούν ασφαλείς μαρτυρίες για ιεραρχική οργάνωση, την πρώτη γνωστή σε ευρωπαϊκό έδαφος. Aλλά το φαινόμενο της Bάρνας είναι προς το παρόν μεμονωμένο ή προαναγγέλλει τις νεώτερες εξελίξεις. Aντίθετα, μια σειρά απ πολιτιστικά στοιχεία εμφανίζονται κατά τη Nεώτερη Nεολιθική, τα οποία τελευταία διαπιστώνουν πολλοί ερευνητές της Nεολιθικής στη Bαλκανική και έχουν κατά κάποιο τρόπο «πρωτοουρμπανιστικό» χαρακτήρα: η έναρξη μεταλλουργικών δραστηριοτήτων (χαλκός, χρυσός), τα πρώτα δείγματα γραφής (ιδεογράμματα), η εξειδίκευση στις κατασκευές και, τέλος, μεγάλες, ως φαίνεται, πληθυσμιακές συγκεντρώσεις σε οικισμούς με μεγάλες εκτάσεις.
Oι οικισμοί αυτοί, ακόμη και αν ήταν αραιοκατοικημένοι ή οι μεταξύ των σπιτιών χώροι χρησίμευαν για καλλιέργειες –ιδίως κηπευτικών, αφού θα είχαν την καλύτερη δυνατή λίπανση και άλλα πλεονεκτήματα– ή δεν κατοικούνταν ταυτόχρονα σε όλη τους την έκταση –επισημάνσεις που, τουλάχιστον με βάση τα δεδομένα απ τις ανασκαφές στα Bασιλικά και στη Θέρμη, για πολλούς λόγους είναι δύσκολο να δεχθεί κανείς– θα πρέπει να ήταν πολυάνθρωποι. Tο συμπέρασμα αυτό εξάγεται ήδη από την ανασκαφή των Bασιλικών και της Δήμητρας με βάση τις ποσοτικές μεθόδους για την ανάλυση της κεραμικής, θετικιστικές βέβαια και βασισμένες σε ανθρωπολογικά παράλληλα, τις οποίες έχει προτείνει η δημογραφική αρχαιολογία (Γραμμένος, Nεολιθική Mακεδονία).

 

Bαλκανικές διαφοροποιήσεις

 

Ειδικότερα, ως προς το θέμα της αραιής κατοίκησης, τουλάχιστον για τη Mακεδονία, δεν υπάρχει διαφορά επίπεδου οικισμού και τούμπας, φαίνεται ότι δεν υπάρχει και αραιοκατοίκηση, π.χ. στα Bασιλικά σε σχέση με τη Δήμητρα (250 και 30 στρέμματα αντίστοιχα), αλλά ότι σε όλων των μεγεθών τους οικισμούς η κατοίκηση θα πρέπει να ήταν πυκνή, ιδιαίτερα στις διμηνιακές φάσεις, πως πυκνή ήταν στη Bουλγαρία, πράγμα που και οι μετά τις συνθέσεις της H. Todorova ανασκαφές δείχνουν. Kάτι ανάλογο δεν φαίνεται να συμβαίνει όμως στους μεγάλους και επίπεδους οικισμούς της πρώην Γιουγκοσλαβίας, στους οποίους ένα τμήμα του οικισμού ήταν διαθέσιμο ανά οικογένεια για καλλιέργειες ή βοσκή, τμήμα που ασφαλώς δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι κάλυπτε όλες τις ανάγκες, ιδιαίτερα όσον αφορά τα δημητρικά, και ότι οι καλλιέργειες δεν επεκτείνονταν και εκτός των οικισμών.
Ένα είναι βέβαιο, πάντως, ότι μια μελλοντική συνθετική μελέτη του παραγωγικού χώρου των οικισμών αυτών σε σχέση με τον οικιστικό και τα ανασκαφικά δεδομένα που προκύπτουν για τις παραγωγικές και πληθυσμιακές επομένως δυνατότητες των οικισμών, θα δώσει απαντήσεις για βασικά ζητήματα της ανθρώπινης εξέλιξης στο χώρο αυτό.

 

Hellenic-Culture-Macedonia-and-Thrace(GR)

 

ΉΠΕΙΡΟΣ ΚΑΙ ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ
Μικρές ομάδες κτηνοτρόφων στην Ήπειρο εξέλιξαν τη στιλβωμένη μαύρη κεραμική, ενώ στα Ιόνια τη μονόχρωμη.

Tης Aγγέλικας Nτουζουγλή (Προϊσταμένης της IΔ΄ Eφορείας Προϊστορικών και Kλασικών Aρχαιοτήτων Iωαννίνων)

 

Ο εντοπισμός στην ηπειρωτική ενδοχώρα και στην παράκτια ζώνη δεκάδων θέσεων με λείψανα της δραστηριότητας των κυνηγών της Aνώτερης και της Mέσης Παλαιολιθικής έχει καταδείξει τι έως τη 10η π.X. χιλιετία υπήρχαν στην Ήπειρο πολλές διάσπαρτες ομάδες που επιβίωναν θηρεύοντας τις αγέλες άγριων ψυχρόβιων ζώων, που βοσκούσαν στα δάση κωνοφόρων, στις στέπες και στα χλοερά έλη της τελευταίας παγετώδους περιόδου. Mετά τη σταδιακή άνοδο της θερμοκρασίας και την επικράτηση θερμόφιλης χλωρίδας ήταν φυσικό κατά το μεταβατικό στάδιο, που συμβατικά ορίζεται ως Mεσολιθική Eποχή, η ανθρώπινη επινοητικότητα ανέπτυξε νέες στρατηγικές επιβίωσης, προσαρμοσμένες στα νέα δεδομένα του βιότοπου. Πρόσφατα ευρήματα από την παράκτια περιοχή της κοιλάδας του Aχέροντα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη προνεολιθικών πληθυσμών στην Ήπειρο.

 

Kυκλική – ορθογώνια καλύβα

 

Η πρωιμότερη γνωστή εγκατάσταση νεολιθικών γεωργοκτηνοτρόφων ανιχνεύεται στη θεση Aσφάκα, στις βορειοανατολικές παρυφές του λεκανοπεδίου των Iωαννίνων: στα πρανή της κοίτης ενός ρέματος αποκαλύφθηκαν κακοψημένα όστρακα και απανθρακωμένα κλαδιά, η ραδιοχρονολόγηση των οποίων τοποθετεί την ανθρωπογενή στρώση στο διάστημα 7380±240 απ σήμερα, στην Aρχαιότερη Nεολιθική. Oι παρυφές της λίμνης και των ελών του λεκανοπεδίου ήταν ασφαλώς κατάλληλος χώρος για άσκηση μικτών γεωργοκτηνοτροφικών και θηρευτικών δραστηριοτήτων και φαίνεται εύλογο να υπήρξαν εκεί εγκαταστάσεις μόνιμου ή εποχικού χαρακτήρα, θαμμένες σήμερα κάτω από παχιές αλλουβιακές αποθέσεις.
H σημαντικ τερη απ τις ελάχιστες ερευνημένες νεολιθικές θέσεις στην Hπειρο είναι η υπαίθρια μικρή εγκατάσταση που ανασκάφηκε πρόσφατα στην κοιλάδα Kαλπακίου – Δολιανών, κοντά στο αποξηραμένο έλος Γραμμούστι (υψόμ. 285 μ.). Δίπλα σε πλούσια φλέβα νερού αποκαλύφθηκαν λείψανα δαπέδου μιας καλύβας, που ήταν προφανώς κατασκευασμένη από κλαδιά, καλάμια και ξερά χόρτα κατά το διατηρούμενο επί χιλιετίες στην Ήπειρο πρότυπο της κυκλικής ή ορθογώνιας καλύβας των κτηνοτρόφων. Tο δάπεδο, του οποίου διακρίθηκαν δύο διαδοχικές φάσεις χρήσης, είχε διαστάσεις 4,50×3,50μ. Και κατά τη νεώτερη επισκευή του είχε επιστρωθεί προσεκτικά με μεγάλα θραύσματα αγγείων και μικρές πέτρες, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν εστίες.
Στη μεγάλη ποσότητα οστών ζώων που συλλέχθηκαν αναγνωρίζονται οστά μεγαλόσωμων βοοειδών, αιγοπροβάτων, λίγων χοίρων και ελάφων, στα οποία σώζονται ίχνη του εργαλείου τεμαχισμού. Στους λιγοστούς απανθρακωμένους σπόρους περιλαμβάνεται μονόκοκκο σιτάρι, ενώ απ τα πυριτολιθικά εργαλεία άξια μνείας είναι μια λεπίδα με πατίνια απ την κοπή φυτικών ινών.
Διάτρητες οστέινες χάνδρες και λίγα πήλινα σφονδύλια συμπληρώνουν την -αρκετά αινιγματική μέχρι την ολοκλήρωση της μελέτης των ευρημάτων- εικόνα μιας ολιγάνθρωπης ομάδας. Σκοπός της εγκατάστασης πρέπει να ήταν η εκτέλεση κάποιων εξειδικευμένων εργασιών, που σχετίζονται κυρίως με την κτηνοτροφία και, σε μικρότερο βαθμό, με τη γεωργική εκμετάλλευση των χέρσων ξέφωτων της χαμηλής κοιλάδας, που ανοίγεται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους. H χρήση της καλύβας χρονολογήθηκε με τη μέθοδο του C14 στους τελευταίους αιώνες της 4ης χιλιετίας, στην Tελική Nεολιθική ή Xαλκολιθική περίοδο.

 

Στιλβωμένη κεραμική

 

Στις υπώρειες του λ φου της Kαστρίτσας, μέσα σε στεν σπηλαιώδες ρήγμα, που ανοίγεται 20 μ. πάνω απ την αποστραγγισμένη σήμερα πεδιάδα του λεκανοπεδίου των Iωαννίνων, εντοπίστηκαν προϊστορικά μονόχρωμα χειροποίητα αγγεία τοποθετημένα κοντά στην είσοδο.
Aν αποκλειστεί η χρήση του σπηλαίου ως προσωρινού καταυλισμού λόγω ανεπάρκειας του διαθέσιμου χώρου, πιθανότερη φαίνεται η εξήγηση τι στο χώρο εναποτέθηκαν τροφές για συντήρηση σε συνθήκες ψύχους και υγρασίας απ τα μέλη μιας κοινότητας, η οποία ασκούσε μικτή γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή, εκμεταλλευόμενη τα ανανεούμενα (με την εποχική άνοδο και υποχώρηση των νερών) χορτολίβαδα του λεκανοπεδίου. H τεχνική κατασκευής και τα σχήματα των αγγείων χρονολογούν τη χρήση του σπηλαίου της Kαστρίτσας στην Tελική Nεολιθική.
Στην ίδια περίοδο φαίνεται να ανήκει και η κεραμική απ τη θέση Γούβες, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του T μαρου, σε υψόμετρο περίπου 1.500 μ., σε μια γυμνή, επικλινή και δύσβατη πλαγιά με διαβρωμένα ασβεστολιθικά πετρώματα.
Στην παράκτια ζώνη της Θεσπρωτίας, κοντά στη Σκάλα Φιλιατών, ανοίγεται το σπήλαιο της Σίδερης απ που σε πρόχειρη έρευνα συλλέχθηκαν μια ακέραιη στιλβωμένη φιάλη και μερικά μονόχρωμα όστρακα κλειστών αγγείων με κηλιδωτή επιφάνεια, που προσιδιάζουν στην κεραμική παραγωγή της Tελικής Nεολιθικής.

 

Λίθινα εργαλεία

 

Άτρητες αξίνες και πελέκεις από λειασμένο λίθο έχουν περισυλλεγεί στις ορεινές περιοχές γύρω από τη Λάκκα Σουλίου και την περιοχή Mετσόβου. Tα εργαλεία αυτά χρησιμοποιούνταν για κοπή και ξέση του ξύλου με σκοπό τον πορισμό καύσιμης ύλης ή την κατασκευή φθαρτών καλυβών ή ξύλινων σκευών, ή για την εκχέρσωση και την προετοιμασία του εδάφους για καλλιέργεια. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι οι περιοχές, που σημειώνεται η μεγαλύτερη πυκνότητα τέτοιων εργαλείων, βρίσκονται στα παραδοσιακά περάσματα από το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων προς τον Aμβρακικό και προς τις πεδιάδες των Tρικάλων διά μέσου του Δρίσκου και των στενών του Zυγού στην Πίνδο.

 

Eπτάνησα

 

Aντίθετα με την Ήπειρο, το ηπιότερο κλίμα των νήσων του Iονίου με την αντίστοιχη χαμηλή βλάστηση της μακίας, η ποι τητα των εδαφών στις αλλουβιακές κοιλάδες ανάμεσα σε βουνά, που σπάνια ξεπερνούν τα 1.200 μ., και οι θαλάσσιες οδοί επικοινωνίας με τις απέναντι ακτές της Aλβανίας και της Δαλματίας προς B. της Λιγουρίας προς B.Δ. και της Kεντρικής και Nότιας Eλλάδας πρός N. διαμόρφωσαν απ την προϊστορική εποχή ένα διαφορετικό πλέγμα παραγόντων, που καθόρισαν την ανάπτυξη και το οικονομικό υπόβαθρο των νεολιθικών πληθυσμών στα νησιά αυτά.
Στα μεγάλα νησιά της Kέρκυρας, της Λευκάδας και της Kεφαλληνίας σώζονται άφθονα λείψανα της παρουσίας κυνηγών και τροφοσυλλεκτών του προνεολιθικού παραγωγικού σταδίου. Στο Σιδάρι, στη βόρεια ακτή της Kέρκυρας, διαπιστώθηκε η ύπαρξη επιχώσεων με κεραμική μονόχρωμη και διακοσμημένη με νυχιές, που εντάσσεται στον ευρύτερο ορίζοντα της προχωρημένης Aρχαιότερης Nεολιθικής στη νοτιοδυτική Bαλκανική.
H εύρεση παρόμοιας εμπίεστης κεραμικής στο σπήλαιο Xοιροσπηλιά στη νότια ακτή της Λευκάδας, 100 μ. περίπου πάνω απ την εύφορη υγρή κοιλάδα του Mαραντοχωρίου, και σε αρκετά σημεία της πεδιάδας του Nυδρίου, οδηγεί στην υπόθεση τι οι πρώτοι νεολιθικοί εποικιστές έφθασαν κατά μικρές ομάδες διά θαλάσσης, προερχόμενοι από τη νοτιοβαλκανική ενδοχώρα κατά τα τέλη της 6ης π.X. χιλιετίας, μεταφέροντας ενδεχομένως τη γνώση της καλλιέργειας άγριων δημητριακών και της εξημέρωσης ενδημικών ζώων. Παρά την περιστασιακή εύρεση νεολιθικών οστράκων και λίθινων εργαλείων από πυριτόλιθο σε πολλές θέσεις της Kέρκυρας, της Λευκάδας και της Kεφαλληνίας, η έλλειψη ανασκαμμένων υπαίθριων οικισμών σε όλα τα νησιά δεν διευκολύνει τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την εξέλιξη των οικιστικών διατάξεων και των διαδικασιών παραγωγής κατά τη μακρά Nεολιθική Eποχή.

 

Yφαντική – καλαθοπλεκτική

 

Για την υφαντική και την καλαθοπλεκτική, δραστηριότητες ιδιαίτερα σημαντικές στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, υπάρχουν μόνον έμμεσες μαρτυρίες. Yφάσματα με ποικίλες χρήσεις, καλάθια για αποθήκευση ή για μεταφορά αγαθών, ψάθες για στρωσίδια ή χωρίσματα, δίχτυα για το κυνήγι και την αλιεία, σχοινιά κ.λ.π., δεν έχουν σωθεί γιατί ήταν αποφθαρτά υλικά. Kύριες υφαντικές ύλες ήταν το λινάρι και το μαλλί. Aπό την πρόσληψη της πρώτης ύλης μέχρι το τελικό προϊόν τα στάδια είναι πολλά και χρονοβόρα. Mαρτυρίες για το γνέσιμο παρέχουν τα πήλινα σφονδύλια αδραχτιών. Tα υφαντικά βάρη και τα αποτυπώματα υφασμάτων και ψάθας σε βάσεις αγγείων που τα τοποθετούσαν πριν απ το ψήσιμο, δείχνουν έμμεσα τους τρόπους ύφανσης. H διακόσμηση πήλινων αγγείων εμπνευσμένη απ την υφαντική αποτελεί μαρτυρία για τα υφαντικά σχέδια. Oι οστέινες βελόνες προορίζονταν για τη ραφή χονδρών ή λεπτών υφασμάτων, καθώς και δερμάτων.

 

Επαφές με την Αιτωλοακαρνανία

 

Τα σπήλαια με ανθρωπογενείς επιχώσεις παραμένουν προς το παρόν η μόνη πηγή πληροφοριών, άμεσων και έμμεσων, για τη δημογραφική κατανομή των νεολιθικών πληθυσμών και τις πρακτικές επιβίωσης. Tα άφθονα κεραμικά και εργαλειακά κατάλοιπα της Nεώτερης Nεολιθικής απ τη Xοιροσπηλιά προδίδουν την ύπαρξη μιας κοιντητας εγκατεστημένης στην κοντινή εύφορη πεδιάδα, που μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της είχε εντάξει και τη χρησιμοποίηση του μικρού σπηλαίου για κάλυψη ενδεχομένως χι μ νο παραγωγικών αλλά και λατρευτικών αναγκών, πως υποδεικνύει η εύρεση λεπτότοιχων, περίτεχνα διακοσμημένων αγγείων και θραυσμάτων ειδωλίων. Aπό την περίοδο αυτή και εξής στην κεραμική του Iονίου διαπιστώνεται η ανάπτυξη και διατήρηση ζωηρών επαφών με την απέναντι ακτή της Aιτωλοακαρνανίας και με τη Nότια Eλλάδα στο πλαίσιο αλιευτικών και ανταλλακτικών διαδικασιών, που φαίνεται τι συμπλήρωναν τις γεωργοκτηνοτροφικές ασχολίες των νησιωτικών πληθυσμών. H μεγάλη δημογραφική διασπορά παρατηρείται στα I νια, όπως ακριβώς και στη Nότια Eλλάδα, κατά την Tελική Nεολιθική, οπότε τα μικρά σπήλαια των νησιών εντάσσονται στον κύκλο των κτηνοτροφικών μάλλον δραστηριοτήτων των κατοίκων, πως προδίδουν τα λείψανα της εποχής αυτής στα σπήλαια Xοιροσπηλιά, Φρύνι, Xοιρότρυπα και Kάβαλο της Λευκάδας.

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΠΗΛΑΙΑ
O νεολιθικός άνθρωπος χρησιμοποιούσε τα σπήλαια για εποχική αλλά κυρίως για μόνιμη κατοικία.

Του Γιώργου Παπαθανασόπουλου (Επίτιμου Εφόρου Αρχαιοτήτων)

 

Η Eλλάδα είναι μία απ τις πλουσιότερες σε σπήλαια περιοχές του κόσμου, χάρη στο πλήθος των ασβεστολιθικών πετρωμάτων του εδάφους της, και στο μακραίωνα βίο της δεν υπάρχει περίοδος που να μη χρησιμοποιήθηκαν απ τον άνθρωπο.
Ήδη, κατά τη διάρκεια της Παλαιολιθικής Eποχής ο αρχαιότερος γνωστός ελλαδικός, παλαιολιθικός, πλάνητας άνθρωπος αφήνει τα ίχνη του στο σπήλαιο ΠετραλώνωντηςXαλκιδικής (700.000-250.000 π.X.), στα σπήλαια της Hπείρου Aσπροχάλικο (γύρω στο 38.000 π.X.) και Kαστρίτσα (20.000-10.000 π.X.), στο σπήλαιο Σεϊντί της Kωπαΐδας (12.000 π.X.), στα σπήλαια της Eύβοιας Σκοτεινή Θαρρουνίων και Kοίλωσι Kαρύστου, καθώς και το Φράγχθι της Aργολίδας, στο οποίο μάλιστα αντιπροσωπεύεται και η Mεσολιθική Eποχή (10000-80000 π.X.), γνωστή στην Eλλάδα και απ το σπήλαιο αυτό.
Πολλά σπήλαια στην Eλλάδα, από την αρχή των νεολιθικών χρόνων (6.800 π.X.), χρησιμοποιούνται για εποχική αλλά κυρίως μόνιμη, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατοίκηση, πως επίσης και για την ταφή των νεκρών και λατρεία, χρήσεις δηλαδή βασικές, που διατηρήθηκαν έως το τέλος της περιόδου και, ακόμη, έως το τέλος των πρώιμων φάσεων της Xαλκοκρατίας.

 

Σπήλαια της ενδοχώρας

 

Στις κοινότητες των σπηλαίων της ενδοχώρας, που κατά κανόνα βρίσκονται σε άξονες χερσαίων εμπορικών οδών, διατηρείται ο παραδοσιακός γεωργοκτηνοτροφικός χαρακτήρας της οικονομίας.
Oι κοινότητες των σπηλαίων της παραθαλάσσιας ζώνης, και ειδικότερα αυτές που βρίσκονται στην ακτογραμμή και τις περισσότερες φορές στην είσοδο ή σε μυχούς κόλπων, έχουν βαθμιαία αναπτύξει εμποροναυτικές μεταπρατικές οικονομικές σχέσεις, οι οποίες, με την πάροδο του χρόνου, κυριαρχούν χωρίς φυσικά να εγκαταλειφθεί ο γεωργοκτηνοτροφικός τρόπος παραγωγής που ασκείται παράλληλα.
Aπό τα πιο χαρακτηριστικά σπήλαια της μακεδονικής ενδοχώρας με αμιγή γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα της Nεώτερης Nεολιθικής (5300-4500 π.X.) είναι το σπήλαιο Pοδοχώρι Hμαθίας στην περιοχή της Nάουσας. Σημαντικό σπήλαιο της ενδοχώρας είναι επίσης το σπήλαιο Kαστρίτσα Iωαννίνων, που χρησιμοποιήθηκε κατά την Tελική Nεολιθική (4.500 – 3.200 π.X), σχεδόν αποκλειστικά για φύλαξη και συντήρηση τροφών από γειτονική του νεολιθική κοινότητα.
Aντιπροσωπευτικό δείγμα κοινότητας της ενδοχώρας με αμιγή γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα, με συνεχή παρουσία του ανθρώπου ήδη απ την Παλαιολιθική Eποχή (41.000 π.X.) και με ευρήματα που βεβαιώνουν χρήση του σπηλαίου σε όλες τις περιόδους της Nεολιθικής Eποχής (6.800-3.200 π.X.) είναι το σπήλαιο Θεόπετρα της Kαλαμπάκας στα δυτικά λοφώδη όρια του θεσσαλικού κάμπου.
Xρήση σπηλαίων της ορεινής ενδοχώρας, με αμιγή επίσης γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα της οικονομίας τους, συναντούμε και σε μεγάλα νησιά ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινοτήτων σε σπήλαια και οικισμούς της ακτογραμμής ή της παραθαλάσσιας ζώνης τους. Στην κατηγορία αυτή των σπηλαίων της ενδοχώρας μπορεί να ενταχθεί και το νεολιθικό σπήλαιο Zα στη Nάξο, που βρίσκεται σε πλαγιά του ομώνυμου όρους, με κατοίκηση και πλούσια ευρήματα στη Nεώτερη Nεολιθική και στην Tελική Nεολιθική (5.300-3.200 π.X.), πως και πολλά σπήλαια της ορεινής ενδοχώρας της Kρήτης, που χρησιμοποιήθηκαν στη διάρκεια της Nεολιθικής Eποχής.Σπουδαιότερα από αυτά είναι το σπήλαιο της Tραπέζας στο οροπέδιο του Λασιθίου με πρώιμη κατοίκηση και το σπήλαιο Πελεκητών στο όρος Tραόσταλος.
Σημαντικές νεολιθικές κοινότητες σπηλαίων και οικισμών της ενδοχώρας βρίσκονται σε άξονες χερσαίων εμπορικών οδών, όπως το Kεφαλάρι, η Πρόσυμνα, οι Mυκήνες, οι Kλένιες, το σπήλαιο Tσούγκιζα Nεμέας, ο Φλιούς, πάνω στην πανάρχαιη ορεινή εμπορική αρτηρία που ένωνε τους νεολιθικούς οικισμούς του μυχού του Aργολικού Kόλπου – σπήλαιο Φράγχθι, Tίρυνθα, Λέρνα- με τους οικισμούς του μυχού του Kορινθιακού – K ρινθο, Γωνιά, Aγιο Γεράσιμο και Περαχώρα.

 

Παραθαλάσσια ζώνη

 

Aπό τα πιο ενδιαφέροντα και πλούσια σε ευρήματα σπήλαια της παραθαλάσσιας ζώνης στην Πελοπόννησο και μάλιστα δίπλα στην ακτογραμμή είναι το σπήλαιο Φράγχθι στην είσοδο του Aργολικού και το σπήλαιο Aλεπότρυπα του Διρού στην είσοδο του Mεσσηνιακού Kόλπου.
Tο σπήλαιο Φράγχθι, με νεολιθική κατοίκηση απ το 7000 π.X., από τα πρωιμότερα παραδείγματα μετεξέλιξης του χαρακτήρα της οικονομίας απ γεωργοκτηνοτροφικό σε εμποροναυτικό, βρίσκεται στην αφετηρία της αρχαιότερης στο Aιγαίο θαλάσσιας εμπορικής οδού του οψιανού, στον άξονα Φράγχθι – Σπέτσες – Bελοπούλα (Παραπόλα) Φαλκονέρα – Aντίμηλος – Mήλος.
Tο σπήλαιο Aλεπότρυπα τοου Διρού στη Mάνη, δυναμικό νεολιθικό κέντρο στις νότιες απολήξεις του ηπειρωτικού κορμού της Eλλάδας, με αμιγή εμποροναυτικό χαρακτήρα από την ίδρυσή του, βρίσκεται σε καίριο σημείο της θαλάσσιας εμπορικής οδού του οψιανού, στη διαδρομή δυτικές ακτές Πελοποννήσου – Πύλος – Mεθώνη – ακρωτήριο Aκρίτας – Διρς – Γερολιμένας – ακρωτήριο Tαίναρο – Eλαφόνησος – ακρωτήριο Mαλέας – νήσος Kαράβι – Mήλος.
Στα Γιούρα της Aλοννήσου η νεολιθική κοινότητα στο σπήλαιο του Kύκλωπα, με πλούσια κατάλοιπα απ το τέλος της Aρχαιότερης Nεολιθικής και της Nεώτερης Nεολιθικής και με σαφή ναυτικό χαρακτήρα της οικονομίας, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο εμπόριο και στις επικοινωνίες κατά μήκος της θαλάσσιας εμπορικής οδού Eυβοϊκού – Παγασητικού – Bορειων Σποράδων – Λήμνου – Tενέδου, που φθάνει έως τον Eλλήσποντο, τις δυτικές ακτές της Mαύρης Θάλασσας και το Δέλτα του Δούναβη (εμπόριο οστρέουSpondylus gaederopus).
Kατά τη Nεώτερη Nεολιθική και την Tελική Nεολιθική αναπτύσσονται ιδιαίτερα το εμπόριο και η ναυτιλία. Oι ανταλλαγές, τα ταξίδια και οι επαφές των νεολιθικών πυκνώνουν στο Aιγαίο, ενώ παράλληλα εξελίσσονται η γεωργία, η κτηνοτροφία, η αλιεία και το κυνήγι.

 

Kοσμήματα

 

Βραχιόλια, περιδέραια, χάνδρες, περίαπτα, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, πλακίδια και ταινίες που ράβονταν στα ενδύματα ήταν τα στολίδια των νεολιθικών ανθρώπων. Ως υλικά χρησιμοποιήθηκαν ο πηλός, τα μέταλλα, οι πέτρες, τα όστρεα, το κόκαλο, ακόμη και τα δόντια ζώων, ίσως και φθαρτά υλικά.
Aπό τα στρεα, ιδιαίτερη σημασία για την κατασκευή κοσμημάτων είχε το δέος Spondylus gaederopus που ενδημεί στο Aιγαίο. Φαίνεται, ότι αποτελούσε πολύτιμο είδος ανταλλαγής, όπως δείχνει το πλήθος των οστρέων αυτών που βρέθηκαν έως και την Kεντρική Eυρώπη.
Mεγάλη διάδοση σε όλο το Aιγαίο έχουν τα δακτυλιόσχημα ειδώλια – περίαπτα (“ring – idols”) κατασκευασμένα απ ποικίλα υλικά. Iδιαίτερα πολύτιμα και σπάνια φαίνεται να είναι τα κοσμήματα από άργυρο ή χρυσό.

 

Αποθηκευτικοί χώροι

 

A ανάγκη αποθήκευσης μεγάλων για την εποχή ποσοτήτων γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊντων, καθώς και θηραμάτων και αλιευμάτων, οδήγησε στην επιλογή των σπηλαίων ως των πιο κατάλληλων χώρων κυρίως για τη φύλαξη και συντήρηση αγαθών του καθημερινού βίου για χρήση και εμπόριο.
H χρήση των σπηλαίων, και μάλιστα της παραθαλάσσιας ζώνης, στη Nεώτερη Nεολιθική και στην Tελική Nεολιθική ταυτίζεται με τη δυναμική ανάπτυξη της τάξης των ναυτικών, η οποία σταδιακά δημιούργησε συνθήκες ζωής καταναλωτικής κοινωνίας.
Tα πλεονεκτήματα που παρείχαν τα σπήλαια για την κάλυψη των αποθηκευτικών αναγκών, δηλαδή φυσικοί, μεγάλοι, έτοιμοι για χρήση αποθηκευτικοί χώροι, με χαμηλή και σταθερή κατά καν να θερμοκρασία και εύκολα ελεγχόμενη και διασφαλιζόμενη είσοδο, οπωσδήποτε δεν τα προσέφεραν οι περιορισμένων διαστάσεων και δυνατοτήτων αποθηκευτικοί χώροι, που θα έπρεπε να κατασκευαστούν στους εκτός σπηλαίων νεολιθικούς οικισμούς.
Στα σπήλαια επίσης οι κάτοικοι μπορούσαν να προστατευθούν αποτελεσματικότερα από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, τα άγρια θηρία και τις εχθρικές επιδρομές.
H πυκνότερη κατοίκηση και χρήση των σπηλαίων στη Nεώτερη Nεολιθική και ιδιαίτερα στην Tελική Nεολιθική δεν σημαίνει επιστροφή του ανθρώπου στα σπήλαια ούτε πρέπει να εκληφθεί ως παρακμιακό φαινόμενο ή ομαδική κίνηση οπισθοδρόμησης, αλλά, αντίθετα, πρέπει να θεωρηθεί ως αναβάθμιση της διαδικασίας παραγωγής.

 

ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΔΙΡΟΥ
Η νεολιθική κοινότητα αναπτύχθηκε στη χερσαία, στη θαλάσσια περιοχή αλλά και στο ίδιο το σπήλαιο.

Του Γιώργου Παπαθανασόπουλου (Επίτιμου Εφόρου Αρχαιοτήτων)

 

Η Aλεπότρυπα, με αερισμό και σταθερή θερμοκρασία 18° C είναι ένα μεγάλο επίμηκες σπήλαιο στον άξονα Aνατολή – Δύση. Tο σπήλαιο έχει ευρύχωρες επίπεδες αίθουσες που διαδέχονται η μία την άλλη, με ελάχιστη υψομετρική διαφορά μεταξύ τους, πράγμα που διευκολύνει τις μετακινήσεις των αγαθών και εξασφαλίζει τη σχετικά απρόσκοπτη επικοινωνία των μελών της κοινότητας. Tα φυσικά αυτά χαρακτηριστικά του Διρού τον καθιστούν μία από τις πιο ευνοημένες και ιδανικές τοποθεσίες που βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης η ναυσιπλοΐα και το εμπόριο, η ανώτερη δηλαδή βαθμίδα παραγωγικών σχέσεων της οικονομίας πέρα από τη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή.
Tο σπήλαιο εντοπίστηκε το 1958 απότο ζεύγος των σπηλαιολόγων Nίκο και Άννα Πετροχείλου. H αρχαιολογική αξία του σπηλαίου έγινε αντιληπτή απ την αρχή, ένα πρόγραμμα όμως εργασιών επέμβασης για την τουριστική εκμετάλλευσή του, που πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του ’60 με την κατασκευή τσιμεντένιων δαπέδων και διαδρόμων, τσιμεντένιων και σιδερένιων κλιμάκων και με εκβραχισμούς και εκσκαφές γι τη διευθέτηση του χώρου και την τοποθέτηση ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, είχε δυστυχώς αποτέλεσμα την καταστροφή και απώλεια σε μεγάλη έκταση σημαντικών ανθρωπογενών επιχώσεων μεγάλου πάχους.

 

Nεολιθική δραστηριότητα

 

Η αρχαιολογική ανασκαφική έρευνα στην Aλεπότρυπα άρχισε το καλοκαίρι του 1970. Tο εσωτερικό του σπηλαίου, παρά τις καταστροφές και τις εκτεταμένες αποχρωματώσεις, διατηρεί μεγάλου πάχους ανθρωπογενείς επιχώσεις, οι οποίες καλύπτονται ως επί το πλείστον από στρώμα διάχυτου στα λαγμιτικού υλικού και σταλαγμίτες. H εικόνα του σπηλαίου συμπληρώνεται με τους όγκους και τα συντρίμματα των βράχων που κατακρημνίστηκαν σε μεγάλη έκταση από τις οροφές και τα πλευρικά τοιχώματα, πράγμα που οφείλεται σε σεισμική δόνηση τρομακτικής έντασης.
Tο γεωλογικό αυτό φαινόμενο, που τοποθετείται στο τέλος της Tελικής Nεολιθικής (3.200 π.X.) έφραξε και την είσοδο του σπηλαίου και έτσι, όσοι κάτοικοι επέζησαν, πέθαναν λίγοι αργότερα από πείνα.
Ήταν η ύστατη στιγμή της ζωής στο σπήλαιο. Mόνον έτσι είναι δυνατό να ερμηνευθεί και η εικόνα την οποία παρουσίασε το σπήλαιο, όταν μπήκαν για πρώτη φορά από την “αλεπότρυπα” οι σπηλαιολόγοι και αντίκρισαν στο δάπεδο των επιχώσεων τους διάσπαρτους σκελετούς των άταφων νεκρών. Mετά την καταστροφή του το σπήλαιο δεν χρησιμοποιήθηκε πάλι. Oι δραστηρι τητες της νεολιθικής κοινότητας του Διρού πραγματοποιούνταν σε τρεις χώρους:
1. Στη χερσαία, γύρω απ τον κόλπο αμφιθεατρική περιοχή, που αναπτύσσονται οι γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες, και στο γύρω από αυτή ευρύτερο χώρο, που οι Nεολιθικοί θηρεύουν.
2. O άλλος χώρος δραστηριότητας του νεολιθικού ανθρώπου είναι ο κόλπος του Διρού. O σημαντικός αριθμός σπονδύλων από μικρά και μεγάλα ψάρια, που βρέθηκαν στις ανθρωπογενείς επιχώσεις της Aλεπότρυπας, αποδεικνύει την αλιευτική δεινότητα των ψαράδων της νεολιθικής κοινότητας και, παράλληλα, το πλήθος των πεταλίδων που μάζευαν απ τα βράχια του κόλπου και βρέθηκαν στις επιχώσεις φανερώνει τι ο πληθυσμός εκτός από τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα κατανάλωνε και σημαντικές ποσότητες αλιευμάτων. O απάνεμος κόλπος του Διρού έπαιξε σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου, των ανταλλαγών και της επικοινωνίας με τα άλλα παράκτια κέντρα, με τα οποία ο νεολιθικός άνθρωπος ερχόταν σε επαφή.

 

Τόπος λατρείας

 

Ο τρίτος χώρος, αιτία της δημιουργίας των δυο προηγουμένων, ήταν το ίδιο το σπήλαιο, η Aλεπότρυπα. Tα ευρήματα των ανασκαφών μαρτυρούν ότι το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία αποθήκη αγαθών, εργαστήριο οικοτεχνικής δραστηριότητας, νεκροταφείο και τόπος λατρείας. H χωροοργάνωση στην Aλεπότρυπα προσαρμόστηκε σταδιακά με τις ανάγκες του καθημερινού βίου. Στις πολλές μικρές και μεγαλύτερες φυσικές κόγχες, που βρίσκονται η μία δίπλα στην άλλη και απ τις δυο πλευρές του κεντρικού διαδρόμου του σπηλαίου που οδηγεί στην αίθουσα των Λιμνών, επικεντρώνονται όλες σχεδόν οι οικοτεχνικές δραστηριότητες των ενοίκων της σπηλιάς. O μεγάλος αριθμός λίθινων και οστέινων εργαλείων, πως και άλλα σχετικά ευρήματα που εντοπίστηκαν σε όλα τα στρώματα στο εσωτερικό της Aλεπότρυπας, βεβαιώνουν για τη συστηματική άσκηση μιας σειράς εργασιών και δραστηριοτήτων του καθημερινού βίου, όπως της υφαντικής, της κεντητικής, της κοσμητικής, της καλαθοπλεκτικής, της κατασκευής λίθινων όπλων και εργαλείων και της μεταλλοτεχνίας, δραστηριότητες της χειροτεχνικής εξειδίκευσης που θα μπορούσαν να γίνονται και στον εκτός της σπηλιάς χώρο, στο φως της ημέρας, που αποκλειστικά εργάζονταν οι αγγειοπλάστες και αγγειογράφοι του Διρού.

 

Ισχυρή κοινωνική τάξη

 

Το κύτταρο της νεολιθικής κοινωνίας, η οικογένεια, επέλεξε ως ενδιαίτημά της τις μικρές πλευρικές κόγχες, τους “κευθμούς” του σπηλαίου για παραμονή, απομόνωση και προστασία. Eδώ ο νεολιθικός άνθρωπος κάλυπτε το χωμάτινο ή λιθόστρωτο δάπεδο με ψάθες και δέρματα για τον ύπνο του έχοντας κοντά του αγγεία με τροφές και νερό. Θα μπορούσε να διατυπωθεί η άποψη τι στα ενδιαιτήματα αυτά αναγνωρίζουμε αποκλειστικότητα χρήσης, ένα είδος ιδιοκτησίας για όση περίοδο χρησιμοποιούνται από την ίδια οικογένεια, σε αντίθεση με τους μεγάλους, βαθείς ευρύστομους, πηλεπένδυτους και λιθοπερίκλειστους λάκκους – αποθηκευτικούς βόθρους, τις μεγάλες κυκλοτερείς, επίσης λιθοπερίκλειστες, εστίες και τους τρεις μικρούς ιπνούς, που πρέπει να ήταν κατασκευές για κοινή χρήση. Πλευρικές κόγχες της σπηλιάς επελέγησαν επίσης για καύση νεκρών και για δευτερογενείς ταφές.
Aπό το είδος και το πλήθος των ευρημάτων προκύπτει τι στον Διρήδη από τα μέσα της Nεότερης Nεολιθικής και κατά τη διάρκεια της Tελικής Nεολιθικής έχει διαμορφωθεί μια οικονομικά και πολιτικά ισχυρή κοινωνική τάξη. Eίναι οι ναυτικοί που ναυπηγούν και κατέχουν τα πλοία και οι οποίοι ταξιδεύοντας και στα ανοιχτά πελάγη, πραγματοποιούν και πρέπει να ελέγχουν τις θαλάσσιες μεταφορές και κυρίως το εμπόριο του οψιδιανού της Mήλου στη νότια Πελοπόννησο.
H προνομιούχος αυτή τάξη των ναυτικών του Διρού πρέπει να δεχθούμε τι είχε στην κυριότητά της τα εκατοντάδες μεγάλα στολισμένα με ανάγλυφες διακοσμήσεις αποθηκευτικά πιθάρια, πως και το πλήθος των μεγάλων σφαιρικών τετράωτων αμφορέων για τη φύλαξη, τη χρήση και μεταφορά υγρών και συντηρημένων τροφών. Θα πρέπει να δεχθούμε ακόμη ότι άτομα αυτής της τάξης της κοινότητας ήταν κάτοχοι των πανάκριβων για την εποχή, μη χρηστικών, γραπτών αγγείων της Aλεπότρυπας, τα οποία πρόσφεραν σε μεγάλες ποσότητες σε τιμώμενους προσφιλείς νεκρούς. Σε άτομα της ίδιας τάξης ανήκαν προφανώς και τα αργυρά κοσμήματα τα βραχιόλια από όστρεο Spondylus gaederopus και το “σκήπτρο” από το ίδιο όστρεο, δείγματα όλα πλούτου και κοινωνικού γοήτρου, ασφαλή τεκμήρια συγχρόνως ναυτικών εμπορικών ανταλλαγών.

Τα παραπάνω κείμενα αποτελεί αντίγραφο από: “Νεολιθικός Πολιτισμός στην Ελλάδα”, (επιστημονική επιμέλεια Γιώργος A. Παπαθανασόπουλος) έκδοση του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης - Ίδρυμα Νικολάου Π. Γουλανδρή, Αθήνα 1996.

 

Η Νεολιθική εποχή στον ελλαδικό – αιγαιακό χώρο καλύπτει σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα το χρονικό διάστημα 6800 – 3200 π.Χ. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από σταθεροποίηση των κλιματολογικών συνθηκών, με συνακόλουθη οργάνωση οικισμών μόνιμου χαρακτήρα, από οικονομία βασισμένη στη συστηματική άσκηση γεωργίας, στην κτηνοτροφία, στην ανταλλαγή πρώτων υλών και προϊόντων, στην παραγωγή κεραμικής (ψημένος πηλός) και από πολυμορφία στην τέχνη. Κατά την εποχή αυτή συντελείται λοιπόν το πέρασμα από το στάδιο κυνηγιού – τροφοσυλλογής – αλιείας που χαρακτήριζε την Παλαιολιθική και Μεσολιθική, στο παραγωγικό στάδιο της Νεολιθικής.

Η μελέτη της Νεολιθικής στην Ελλάδα εγκαινιάζεται με τις αρχαιολογικές έρευνες του κ. Χρ. Τσούντα (1899 – 1906) στη Θεσσαλία. Οι έρευνες αυτές περιλάμβαναν τον εντοπισμό 63 νεολιθικών θέσεων και την ανασκαφή μερικών οικισμών, όπως του Σέσκλου, του Διμηνίου, της ’ργισσας κ.α. Τα αποτελέσματα των πρώτων αυτών ερευνών δημοσιεύθηκαν από τον κ. Τσούντα το 1908 στο μνημειώδη για την ελληνική Προϊστορία τόμο Α’ προϊστορικαί ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου.

Τις έρευνες του κ. Τσούντα στη Θεσσαλία συνέχισε ο κ. Α. Αρβανιτόπουλος (1906 – 1926) και οι A. Wace και M. Thompson (1907 – 1910). Οι τελευταίοι, πέρα από την ανασκαφή οικισμών στο Ραχμάνι, το Τσαγγλί κ.α., διεύρυναν τον ερευνητικό ορίζοντα προς νότο, με τις ανασκαφές στο Λιανοκλάδι Φθιώτιδας, στην Ελάτεια Φωκίδας και στη Χαιρώνεια Βοιωτίας, αλλά και προς βορρά με τον εντοπισμό νεολιθικών οικισμών στη Μακεδονία. Τα πορίσματα της δεύτερης αυτής ερευνητικής φάσης της Νεολιθικής στην Ελλάδα καταγράφηκαν από τους Wace και Thompson το 1912 στο έργο τους Prehistoric Thessaly. Η Μακεδονία είναι το γεωγραφικό διαμέρισμα που, μετά τη Θεσσαλία, τράβηξε το ενδιαφέρον της προϊστορικής έρευνας, με τον εντοπισμό οικισμών από τον W. Heurtley (1924 – 1932) και τις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Ντικιλί Τας Φιλίππων Καβάλας και του Γ. Μυλωνά στην Όλυνθο Χαλκιδικής.

Αντίθετα με τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, οι γνώσεις για τη Νεολιθική περίοδο στη νότια Ελλάδα, στα νησιά Ιονίου και Αιγαίου, καθώς και στην Κρήτη παρέμειναν περιορισμένες, μια και το επίκεντρο του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στις περιοχές αυτές ήταν η διερεύνηση θέσεων της Κλασικής εποχής και των κέντρων του μινωικού και του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Τα πορίσματα των ερευνών του α’ μισού του 20ού αιώνα επέτρεψαν στον S. Weinberg (1947, 1954) τη διαίρεση της Νεολιθικής -όρου που καθιερώθηκε το 1865 από τον J. Lubbock- σε Αρχαιότερη, Μέση και Νεότερη, ακολουθώντας την τριμερή διαίρεση της Μινωικής εποχής από τον Α. Evans.

Οι εντατικές ανασκαφικές έρευνες των Δ. Θεοχάρη και V. Milojcic σε οικισμούς της Θεσσαλίας κατά τις δεκαετίες ’50, ’60 και ’70 αποτελούν την τρίτη σημαντική ερευνητική περίοδο της Νεολιθικής. Οι ανασκαφές στις θέσεις Σέσκλο, Γεντίκι, Σουφλί Μαγούλα, Αχίλλειο, ’ργισσα, Οτζάκι, Αράπη Μαγούλα, Αγία Σοφία και Πευκάκια συνέβαλαν αποφασιστικά στη μελέτη της πολιτισμικής πορείας του νεολιθικού ανθρώπου και επέτρεψαν στους δυο παραπάνω ερευνητές την υποδιαίρεση των περιόδων της Νεολιθικής σε περισσότερες φάσεις. Παράλληλα με τη Θεσσαλία ανασκαφές έγιναν και στη Μακεδονία (Νέα Νικομήδεια, Σιταγροί), τη Θράκη (Παραδημή), τις Κυκλάδες (Σάλιαγκος), την Πελοπόννησο (Φράγχθι, Διρός), την Κρήτη (Κνωσός) κ.α.

Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και ενώ ο αριθμός των καταγεγραμμένων νεολιθικών θέσεων φτάνει περίπου τις χίλιες, Έλληνες και ξένοι μελετητές, επιλύοντας τα προβλήματα χρονικής διαδοχής των διαφόρων φάσεων της Νεολιθικής και των χρονολογικών συσχετισμών των δεδομένων από τις διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, επιδίδονται στην εμβάθυνση τομέων δραστηριότητας του νεολιθικού ανθρώπου, όπως οι τρόποι παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον, η οργάνωση των οικισμών, η οικονομία, η τεχνολογία κ.λ.π.

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί αντίγραφο από το: "The Hellenic World"

ΕΜΦΥΛΕΣ ΟΨΕΙΣ ΣΤΗN ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Δήμητρα Κοκκινίδου – Μαριάννα Νικολαΐδου

Η εικόνα της προϊστορικής περιόδου στη Μακεδονία παρουσιάζεται άνισα κατανεμημένη γεωγραφικά και χρονικά. Από το πλήθος των γνωστών θέσεων σχετικά λίγες έχουν ανασκαφεί συστηματικά και δημοσιευτεί πλήρως. Το όποιο ενδιαφέρον για το φύλο έχει επικεντρωθεί στην εικονογραφία, η οποία όμως μάλλον αναπαριστά συμβολικά την πραγματικότητα παρά την αντανακλά πιστά. Στην παρούσα επισκόπηση διατυπώνουμε ορισμένες υποθέσεις σχετικά με τις έμφυλες σχέσεις -υποθέσεις που μπορεί να επιβεβαιωθούν, αλλά και να ανατραπούν από τη μελλοντική έρευνα. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι ερμηνευτικές δυνατότητες του θέματος είναι ευρείες, αν μάλιστα αξιοποιηθεί η διεπιστημονική προσέγγιση.

ΝΕΟΛΙΘΙΚΑ ΕΙΔΩΛΙΑ

Mολονότι η πρόσβαση στον χώρο της ιδεολογίας μέσω των υλικών καταλοίπων είναι δύσκολη, οι αρχαιολόγοι προχωρούν σε ερμηνείες. Μία από τις γνωστότερες κατηγορίες αυτών των καταλοίπων είναι τα προϊστορικά ειδώλια, τα οποία η παλαιότερη έρευνα ταύτιζε με απεικονίσεις μητριαρχικών θεοτήτων. Ας φανταστούμε όμως τις/τους αρχαιολόγους του μακρινού μέλλοντος να ανασκάπτουν χριστιανικούς ναούς, ιδιαίτερα εκείνους που ήταν αφιερωμένοι στην Παναγία, και ας θεωρήσουμε ότι δεν διαθέτουν γραπτές πηγές σχετικά με τη θρησκεία της εποχής. Καθώς θα βρουν αναπαραστάσεις μιας γυναικείας μορφής με μια μικρότερη ανδρική στην αγκαλιά της, θα συμπεράνουν ότι η χριστιανική θρησκεία και άρα η κοινωνία ήταν μητριαρχική. Παραμένει επομένως το ερώτημα πώς αναγνωρίζεται η ιδεολογία μέσω των αρχαιολογικών ευρημάτων και συγκεκριμένα μέσω της προϊστορικής εικονογραφίας, την οποία χρειάζεται να εντάξουμε σε συμφραζόμενα, για να την ερμηνεύσουμε, και -το δυσκολότερο- να διαπιστώσουμε ποιοι ήταν οι δημιουργοί και οι αποδέκτες της. Ειδώλια της νεολιθικής περιόδου ανευρίσκονται σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Κατά κανόνα μικρού μεγέθους είναι φτιαγμένα από πηλό και σπανιότερα από πέτρα (μάρμαρο, αλάβαστρο, στεατίτη, κροκάλες), όστρακα και οστά, ενώ ορισμένα ανήκουν στον τύπο των ακρόλιθων, με σώμα από πηλό και ένθετο κεφάλι από πέτρα. Πολλά απεικονίζουν μορφές ενηλίκων και παιδιών, γυναικείες και ανδρικές, σε όρθια, καθιστή ή επικλινή στάση, συχνά με τονισμένα τα ανατομικά χαρακτηριστικά του φύλου, και άλλες «διαφυλικές». Σπανιότερα είναι τα ερμαφρόδιτα ή υβριδικά ζωόμορφα όντα. Επίσης υπάρχουν ομοιώματα ζώων, προπλάσματα σπιτιών και φούρνων, άλλα που μιμούνται καρβέλια ψωμιού, μικρογραφίες επίπλων και σκευών, καθώς και ανθρωπόμορφα ή ζωόμορφα επιθέματα αγγείων. Η τυπολογία, η τεχνοτροπία και η συχνότητα εμφάνισης ορισμένων κατηγοριών παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφορές κατά περιοχές. Μεταξύ των αγαλματιδίων με αναγνωρίσιμο φύλο πλειοψηφούν τα γυναικεία, αν και η αναλογία γυναικείων-ανδρικών μπορεί να διαφέρει τοπικά και χρονικά. Η νεολιθική ειδωλοπλαστική διακρίνεται για τη συνύπαρξη αφαιρετικότητας και φυσιοκρατίας, ενώ μια άλλη τάση εκφράζεται με την υπερβολική απόδοση μερών του σώματος και/ή των φυσιογνωμικών λεπτομερειών. Συχνά η τεχνική επεξεργασία εμπλουτίζεται με χρώματα, εγχαράξεις και πλαστικά επιθέματα προς δήλωση της ανατομίας, του ενδύματος και του καλλωπισμού.

Η αριθμητική υπεροχή των γυναικείων ειδωλίων, σε σύγκριση με τα ανδρικά, υπαγόρευσε την άποψη ότι πρόκειται για τη Μεγάλη Μητέρα ή Θεά της Γονιμότητας. Η θεωρία της μητριαρχίας βασίστηκε σε μυθολογικές αναφορές, εθνογραφικές παρατηρήσεις και απεικονίσεις γυναικών με μορφή ειδωλίων, βραχογραφιών, επιθεμάτων σε αγγεία, σφραγιδολίθων και τοιχογραφιών που ανευρίσκονται σε διάφορες περιοχές του πλανήτη από την παλαιολιθική εποχή, αλλά προοδευτικά φθίνουν, καθώς οι γεωργοκτηνοτροφικοί οικισμοί μετασχηματίζονται σε πόλεις και παγιώνεται η κοινωνική διαστρωμάτωση. Η εκτεταμένη διάδοση αυτών των αντικειμένων, ιδίως των ειδωλίων, οδήγησε σε έναν ερμηνευτικό συγκρητισμό ανεξαρτήτως χρονολόγησης, ανασκαφικών συμφραζομένων, θεματολογίας, μεγέθους, υλικού κατασκευής, επεξεργασίας και διακόσμησης. Βασική εκπρόσωπος της μητριαρχικής θεωρίας είναι η Marija Gimbutas, στηριζόμενη στο πλήθος των ειδωλίων από οικισμούς των Βαλκανίων, τους οποίους ανέσκαψε η ίδια, μεταξύ αυτών και οι Σιταγροί Δράμας. Η Gimbutas φαντάστηκε έναν προϊστορικό γυναικοκεντρικό πολιτισμό με φυσιολατρικό ειρηνικό χαρακτήρα, τον «πολιτισμό της Θεάς», ο οποίος καταπνίγηκε από πολεμοχαρή πατριαρχικά φύλα της εποχής του χαλκού. Οι δοξασίες της Μεγάλης Μητέρας έγιναν δημοφιλείς μεταξύ των κινημάτων της «Νέας Εποχής» (ένα κράμα οικοφεμινισμού, μυστικισμού και νεοπαγανισμού), κυρίως στις ΗΠΑ, παρόλο που δεν επιβεβαιώνονται αρχαιολογικά. Όσο και αν η μητριαρχική ουτοπία μπορεί να αιτιολογηθεί ως αντίλογος σε αιώνες μισογυνισμού, στην πραγματικότητα λειτουργεί ως ανεστραμμένο είδωλο της πατριαρχίας, εφόσον απηχεί τις ίδιες ανιστορικές διχοτομίες σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Με αυτόν τον τρόπο προβάλλεται μια παραποιημένη εικόνα, όπου η διαφοροποίηση και η ατομικότητα χάνονται μέσα σε μια απλουστευτική ανασύνθεση.
Η σύγχρονη έρευνα λαμβάνει υπόψη τα ίδια τα ειδώλια, τα ανασκαφικά και πολιτισμικά τους συμφραζόμενα και ανθρωπολογικά παράλληλα. Η χρονολογική, γεωγραφική, θεματική, μορφολογική, τεχνοτροπική και ποιοτική ποικιλία υποδηλώνει εύρος λειτουργιών και σημασιών, οι οποίες μπορεί να αλληλοεπικαλύπτονται: μαγικά αντικείμενα, επινοήσεις διδακτικού χαρακτήρα σε διαβατήριες τελετές, φυλαχτά, στολίδια, παιχνίδια, «πορτραίτα», εικόνες της καθημερινής ζωής, σύμβολα ανταλλαγής ή αναγνώρισης μεταξύ των κατόχων τους, δημιουργίες προσωπικής επιθυμίας ή ακόμη σήματα μιας «πρωτογραφής». Υπάρχουν πολλές εκδοχές, ενδεχομένως και πολλές θεότητες, αλλά όχι ο μονοθεϊσμός της Μεγάλης Μητέρας˙ οι μονοθεϊστικές θρησκείες όχι μόνο εμφανίζονται πολύ αργότερα, αλλά και προϋποθέτουν θεσμοθετημένες ιεραρχίες απούσες στις νεολιθικές κοινότητες.

Στις ανασκαφές τα ειδώλια συνήθως ανευρίσκονται σε στρώματα κατοίκησης: είτε μέσα σε σπίτια είτε σε λάκκους και αυλές έξω από αυτά και κάποτε κατά ομάδες, όπως στη Νέα Νικομήδεια Ημαθίας, τον Μακρύγιαλο Πιερίας, τη Δήμητρα Σερρών και τους Σιταγρούς. Στην αρχαιότερη νεολιθική της Νέας Νικομήδειας αποκαλύφτηκε ένα κεντρικό κτίριο με ασυνήθιστα μεγάλες διαστάσεις (12X12μ.), τριμερή διάρθρωση και στέρεη κατασκευή, το οποίο περιείχε πέντε γυναικεία στεατοπυγικά ειδώλια, δύο υπερμεγέθης πελέκεις από πράσινη πέτρα, πλήθο αχρησιμοποίητων λεπίδων από πυριτόλιθο, δύο ασκοειδή πήλινα αγγεία και πολυάριθμους μικρούς δίσκους από ψημένο πηλό. Με βάση τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κτίσματος και των ευρημάτων, σε σύγκριση με τον υπόλοιπο οικισμό, ο ανασκαφέας υποστήριξε ότι πρόκειται για ιερό, αφιερωμένο στη Θεά της Γονιμότητας, ερμηνεία που, όπως προαναφέραμε, έχει αμφισβητηθεί.

Κατά τη διάρκεια της νεότερης και της τελικής νεολιθικής αξίζει να αναφερθεί η παρουσία ομάδων ειδωλίων μαζί με κοσμήματα, μικρογραφικά ομοιώματα, περίτεχνα αγγεία και σύνεργα οικοτεχνίας (σφονδύλια, λίθινα και οστέινα εργαλεία). Αν χρησιμοποιούνταν σε τελετουργίες, αυτές θα πραγματοποιούνταν στον οικιακό χώρο και όχι σε εξωοικιακά ιερά -γνωστά από μεταγενέστερες περιόδους- ή σε χώρους μέσα στους οικισμούς στους οποίους παρατηρείται συγκέντρωση ειδωλίων. Στα στρώματα της τελικής νεολιθικής των Σιταγρών βρέθηκαν, κοντά σε ημιυπαίθρια(;) εστία και περίβολο, πολυάριθμα ειδώλια, κοσμήματα, εγχάρακτοι σφραγιστικοί κύλινδροι, εργαλεία, αγγεία εξαιρετικής ποιότητας και διακοσμημένα σφονδύλια. Από την ίδια ανασκαφική περιοχή προέρχονται σκωρίες καμίνευσης, πήλινα χωνευτήρια και μικρά μεταλλικά αντικείμενα από τα πρωιμότερα δείγματα μεταλλουργίας στο Αιγαίο. Περισσότερο από δέκα αιώνες μετά, στην ίδια θέση, το Συγκρότημα των Σιρών της πρώιμης εποχής του χαλκού διέσωσε και λίγα νεολιθικά ειδώλια και κοσμήματα -ίσως αξιοπερίεργα αντικείμενα, τα οποία φύλαξαν οι νέοι κάτοικοι, ή κειμήλια που παραδόθηκαν από γενιά σε γενιά. Κάποια ειδώλια μπορεί να ανήκαν σε αναθηματικά τελετουργικά σύνολα (π.χ. ομοιώματα κατοικιών) κατ’ αναλογία με ευρήματα από τη Θεσσαλία και τα Βόρεια Βαλκάνια. Στους Σιταγρούς πολλά ειδώλια βρέθηκαν -αν και όχι σε άμεση συνάφεια- στα ίδια στρώματα με πρόπλασμα σπιτιού και ομοίωμα φούρνου, στην περιοχή της εστίας και του περιβόλου.

Σε πολλά ανθρωπόμορφα αγαλματίδια, γυναικεία και ανδρικά, είτε φυσιοκρατικά είτε σχηματοποιημένα, προβάλλονται ανατομικά γνωρίσματα. Οι γυναίκες απεικονίζονται με διογκωμένα στήθη, γλουτούς και κοιλιά, αλλά με αδρά ή απόντα τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Ο τρόπος απόδοσης τέτοιων ειδωλίων (γνωστών και από το Μάνδαλο), που κρατούν ή στηρίζουν το στήθος και την κοιλιά με τα χέρια, πιθανώς υποδηλώνει την ιδιαίτερη σημασία αυτού του μέρους του σώματος. Ορισμένα ειδώλια από τους Σιταγρούς και τον Μακρύγιαλο απεικονίζονται μάλλον σε στάση τοκετού. Ακόμη και σε περιπτώσεις σχηματοποίησης εξαίρονται το στήθος και/ή το ηβικό τρίγωνο. Σε ότι αφορά το ανδρικό σώμα, η έμφαση δίνεται στον φαλλό.

Η μητριαρχική ερμηνεία ταυτίζει τα γυναικεία ειδώλια με σύμβολα γονιμότητας. Ωστόσο, ακόμη και σε εκείνα με τονισμένη ανατομία, η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός συνήθως εικάζονται, παρά είναι προφανείς,. Εξάλλου και τα ειδώλια με “γονιμικά” χαρακτηριστικά παρουσιάζουν ποικιλία ως προς το υπόλοιπο σώμα, ώστε να καθίστανται προβληματικές οι γενικεύσεις με βάση το κυρίαρχο ετεροφυλοφιλικό πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο το γυναικείο σώμα χρησιμοποιείται προς ικανοποίηση της ανδρικής επιθυμίας και βιολογική αναπαραγωγή. Αυτό που συχνά αγνοείται σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις είναι το ενδεχόμενο ότι στις νεολιθικές κοινωνίες η αναπαραγωγική δυνατότητα των γυναικών συνιστούσε πηγή κύρους και όχι μέσο ελέγχου. Τα στερεότυπα του παρόντος κάθε άλλο παρά βοηθούν να κατανοήσουμε τη σεξουαλική συμπεριφορά στο παρελθόν, όπως δεν μας βοηθά και ο αισθητικός κανόνας που θέλει τις γυναίκες λεπτές, εκτός εάν βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης.

Θα μπορούσαμε να αντιτάξουμε ότι η νεολιθική ειδωλοπλαστική και οι τελετουργικές συνδηλώσεις της εμπνέονταν από τις εμπειρίες της καθημερινής ζωής. Ίσως, κατά την αντίληψη των νεολιθικών ανθρώπων, το γυναικείο σώμα συμμετείχε εμφανέστερα στη δημιουργία και τη διατήρηση της ζωής, ώστε να γίνεται φορέας πολιτισμικών μηνυμάτων και τελετουργικής γνώσης. Αν ισχύει αυτή η υπόθεση, μπορεί να εξηγηθεί γιατί οι εικόνες γυναικών είναι περισσότερο ορατές στην τέχνη της εποχής. Στις πρώιμες γεωργοκτηνοτροφικές κοινότητες η αναπαραγωγή και η μητρότητα θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με την καλλιέργεια της γης, καθώς και οι δύο ιδιότητες συνίστανται στον μετασχηματισμό των φυσικών στοιχείων σε ζωή μέσω της ανθρώπινης – βιολογικής και πολιτισμικής- επέμβασης. Την άποψη αυτή ενισχύει η ανεύρεση γυναικείων ειδωλίων μέσα ή κοντά σε εστίες και αποθηκευτικούς χώρους (π.χ. Μάνδαλο). Τα γυναικεία ειδώλια 

με τονισμένα τα χαρακτηριστικά του φύλου ή σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή στάση τοκετού, άλλα που κρατούν βρέφη, όπως και οι φαλλόσχημες απεικονίσεις, μπορεί να χρησιμοποιούνταν σε τελετές ενήβωσης, για να εξηγούν τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, σε τελετές συμπαθητικής μαγείας, με σκοπό την αύξηση της ανθρώπινης γονιμότητας και της γονιμότητας της φύσης, ή ως αποτραπαϊκά αντικείμενα.

Τα ειδώλια χωρίς ευκρινές φύλο απαντώνται σε όλο τον ελλαδικό χώρο ήδη από την αρχαιότερη νεολιθική, ενώ στις οψιμότερες φάσεις εμφανίζονται δύο παραλλαγές σχηματοποιημένων ακρόλιθων με υποτυπώδη ή απούσα τη δήλωση του φύλου. Η πρώτη περιλαμβάνει σταυρόσχημες μορφές από πέτρα, κεφάλι και κορμό με αιχμηρή απόληξη, μάλλον για να στερεώνονται σε έναν πυρήνα από πηλό (εικ. 6). Στη δεύτερη ανήκουν τρίγωνα, ωοειδή ή τραπεζοειδή κεφάλια από πέτρα, τα οποία προσαρμόζονταν σε σώμα από πηλό. H Lauren Talalay θεωρεί ότι τέτοια ειδώλια σχετίζονται με κρανιολατρείες των προγόνων, ήδη γνωστές από τη νεολιθική της Εγγύς Ανατολής. Πώς μπορούν να ερμηνευτούν αυτές οι σχηματοποιημένες μορφές; Η εκφραστικότητα των φυσιοκρατικών δειγμάτων δεν επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η στροφή στην αφαιρετικότητα οφείλεται στην άγνοια άλλων αναπαραστατικών μέσων. Στο Μάνδαλο έχουν βρεθεί ακρόλιθα γυναικεία ειδώλια της νεότερης νεολιθικής με εναργή δήλωση των γλουτών και του ηβικού τριγώνου. Η συνύπαρξη φυσιοκρατικών απεικονίσεων με ευκρινές φύλο και αφαιρετικών «διαφυλικώn» φαίνεται ότι απηχεί, κατά περίπτωση, σκόπιμες επιλογές. Πιθανώς οι σχηματοποιημένες μορφές αποδίδουν τη γενική έννοια του ανθρώπινου όντος.

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Aπό τη νεολιθική στην εποχή του χαλκού ο αριθμός των ειδωλίων μειώνεται εντυπωσιακά και μαζί του οι απεικονίσεις γυναικών. Η πολυτυπία της νεολιθικής αντικαθίσταται από την αφαιρετικότητα αγαλματιδίων με βιολόσχημο ή σανιδόσχημο σώμα, ενώ το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα ανατομικά σε πολιτισμικά γνωρίσματα (ζώνες, κοσμήματα, ιμάντες προς δήλωση του ενδύματος, εργαλεία και όπλα). Τώρα εμφανίζονται και τα λεγόμενα λίθινα σκήπτρα με οπή στειλέωσης, όπως η κεφαλή λέαινας από μαύρο λίθο από τη Μακρά Οικία των Σιταγρών και ο χάλκινος πέλεκυς από το Μάνδαλο. Σε μια -μοναδική στο είδος της- μνημειακή στήλη από τη Σκάλα Σωτήρος Θάσου η ανθρώπινη μορφή, που φέρει δόρυ, μαχαίρι και στη ζώνη διπλό πέλεκυ, έχει αποδοθεί σε πολεμιστή παρά την απόλυτη σχηματοποίησή της. Τέτοιες συσχετίσεις παραπέμπουν σε σύγχρονα «ανδρικά» και «γυναικεία» εξαρτήματα (όπλα και κοσμήματα αντίστοιχα), όταν δεν στηρίζονται σε σαφείς ενδείξεις.

Η διάδοση της μεταλλουργίας (χαλκός και ορείχαλκος) θα δρομολογήσει διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού. Τα σχετικά ευρήματα από τη Μακεδονία είναι περιορισμένα σε σύγκριση με τη Νότια Ελλάδα, μπορούμε όμως να εικάσουμε και εδώ την αρχόμενη εδραίωση των έμφυλων σχέσεων εξουσίας, οι οποίες μπορούν να ανιχνευτούν μέχρι έναν βαθμό στα οργανωμένα νεκροταφεία.

ΤΑΦΕΣ

Tα ταφικά έθιμα της νεολιθικής στη Μακεδονία είναι ελάχιστα γνωστά, επειδή δεν έχουν εντοπιστεί ανεξάρτητα νεκροταφεία. Τα διαθέσιμα παραδείγματα από όλες τις φάσεις της περιόδου αφορούν μεμονωμένες ακτέριστες ταφές (αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί η εναπόθεση προσφορών από φθαρτά υλικά) ή καύσεις μέσα σε οικισμούς. Στο Μάνδαλο (νεότερη νεολιθική) ένα μεγάλο αγγείο περιείχε παιδική ταφή, ενώ ένας ειδικά διαμορφωμένος λάκκος την ανακομιδή των λειψάνων ενός ενήλικα. Στον Μακρύγιαλο (νεότερη νεολιθική) βρέθηκαν καμένα οστά βρέφους μέσα σε αγγείο (εγχυτρισμός) και ανακομιδές στην επίχωση της τάφρου που περιέβαλλε τον οικισμό. Στη ίδια θέση μια ομάδα τάφων, έξω από την κατοικημένη περιοχή, χρονολογείται στην πρώιμη εποχή του χαλκού, όπως και εκείνες δύο νηπίων σε πίθους μέσα σε σπίτια στο Αρχοντικό Πέλλας.

Ο ενταφιασμός μέσα στα όρια του κατοικημένου χώρου μπορεί να σημαίνει ότι ορισμένα μέλη της κοινότητας είχαν ειδική μεταχείριση, για λόγους που όμως μας διαφεύγουν και δεν αφορούν κατ’ ανάγκην την εξέχουσα κοινωνική τους θέση. Ίσως η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί σε δοξασίες, σύμφωνα με τις οποίες η “εντός των τειχών” ταφή είχε ευεργετική επίδραση στους ζωντανούς, ή στην άρνηση των ζώντων να δεχτούν την αμετάκλητη απώλεια που φέρνει ο θάνατος. Κατ’ αντίθετη άποψη οι ακτέριστες ταφές ανήκαν σε άτομα άσημα ή με βλαπτικές δυνάμεις, οι οποίες, για να ελεγχθούν, έπρεπε να δεσμευτούν μέσα στον κατοικημένο χώρο. Παρά την πενιχρότητα των πληροφοριών διαφαίνεται κάποια προτίμηση για τον ενταφιασμό παιδιών μέσα στους οικισμούς. Μήπως τα νεαρά και πιο ευάλωτα μέλη της κοινότητας έπρεπε να προστατευτούν μένοντας δίπλα στα οικεία τους πρόσωπα και μετά θάνατον; Αυτές οι «ταπεινές» ταφές αναδεικνύουν μια από τις πιο αθέατες όψεις του προϊστορικού κόσμου: την παιδική ηλικία. Στις τεχνοκρατικές ανασυνθέσεις, όπου κυριαρχούν οι παραγωγοί, οι κατασκευαστές, οι καταναλωτές αγαθών και ο περί αυτά ανταγωνισμός, αγνοείται η σπουδαιότητα των συναισθηματικών δεσμών και της ανάγκης για στοργή. Και είναι συνήθως τα μη “εντυπωσιακά” ευρήματα που φέρνουν στον νου το ανθρώπινο πρόσωπο του μακρινού παρελθόντος.

Τα οργανωμένα νεκροταφεία εμφανίζονται την πρώιμη εποχή του χαλκού (Άγιος Μάμας και Συκιά Χαλκιδικής, Κοιλάδα και Γούλες Κοζάνης) και αυξάνονται στην ύστερη εποχή του χαλκού και την εποχή του σιδήρου (Βεργίνα Ημαθίας, Ρύμνιο και Αιανή Κοζάνης, Κορινός Πιερίας, Σπάθες και Τρεις Ελιές Ολύμπου, Παλιό Γυναικόκαστρο Κιλκίς, Συκιά και Τορώνη Χαλκιδικής, Καστρί Θάσου). Το νεκροταφείο αυτονομείται από τον οικισμό και εξαίρεται τοπογραφικά (περίβλεπτα υψώματα -Τορώνη, Καστρί) και αρχιτεκτονικά με σειρές λίθων γύρω από τους τάφους (Κοιλάδα, Άγιος Μάμας, Τορώνη), λίθινους τύμβους (Βεργίνα, Ρύμνιο, Κορινός, Συκιά, Παλιό Γυναικόκαστρο) ή λιθόκτιστες θήκες για την εναπόθεση των νεκρών (Αιανή, Όλυμπος, Καστρί). Οι τάφοι διαρθρώνονται κατά συστάδες, οι οποίες μάλλον αντιστοιχούν σε ομάδες νεκρών με συγγενικές σχέσεις. Επάλληλες ή πολλαπλές ταφές και ανακομιδές, σε συνδυασμό με τη χρονολογική – τυπολογική εξέλιξη των κτερισμάτων, δηλώνουν τη χρήση του ίδιου χώρου από γενιά σε γενιά (Κοιλάδα, Τορώνη, Παλιό Γυναικόκαστρο). Συνυπάρχουν τα έθιμα του ενταφιασμού και της καύσης-εγχυτρισμού, κάποτε μάλιστα στο ίδιο νεκροταφείο (Βεργίνα, Τορώνη, Παλιό Γυναικόκαστρο). Λίθινοι τύμβοι, που καλύπτουν συστάδες τεφροδόχων αγγείων, απαντώνται ήδη από την πρώιμη εποχή του χαλκού στη Συκιά και, σε συνθετότερη μορφή, την εποχή του σιδήρου στη Βεργίνα, την Τορώνη και το Παλιό Γυναικόκαστρο, όπου τα αγγεία διατάσσονται κυκλικά γύρω από την κεντρική ταφή μέσα σε περίβολο. Αν κρίνουμε από την περίπτωση της Τορώνης, το ταφικό “σήμα” αξιώνονταν τα μέλη μόνο λίγων οικογενειών ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου.

Εντύπωση προκαλεί ο εξαιρετικά μικρός αριθμός παιδιών και σχεδόν η απουσία νηπίων και νεογνών σε όλα τα νεκροταφεία για τα οποία διαθέτουμε παλαιοανθρωπολογικές μελέτες. Με δεδομένη την υψηλή παιδική θνησιμότητα στις αρχαίες κοινωνίες το φαινόμενο πρέπει να οφείλεται σε σκόπιμο αποκλεισμό από τους επίσημους ταφικούς χώρους. Όπως είναι γνωστό από αρχαίες πηγές και εθνογραφικές αναλογίες, η γέννηση δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την πλήρη ένταξη στην κοινότητα χρειάζονται διαβατήριες τελετές και ο πρόωρος θάνατος ματαιώνει τη συμμετοχή σε αυτές. Ο ανασκαφέας της Τορώνης υποθέτει ότι οι σοροί των περισσότερων παιδιών αφήνονταν να αποσυντεθούν στο ύπαιθρο ή ενταφιάζονταν, όπως και οι ενήλικες “κοινοί θνητοί”, σε σημεία λιγότερο ορατά από το ανασκαμένο νεκροταφείο. Διαφορές ηλικίας και συμβολισμού αναγνωρίζονται και στη χρήση τεφροδόχων αγγείων με διαφορετικό σχήμα για παιδιά ή εφήβους και για ενήλικες αντίστοιχα, στον διαφορετικό προσανατολισμό των παιδικών ταφών από εκείνες των ενηλίκων και σε ένα λιγότερο αυστηρό τυπικό για τα παιδιά. Ενώ σχεδόν απουσιάζουν οι ταφές βρεφών και νηπίων, δεν ισχύει το ίδιο για εκείνες των μεγαλύτερων παιδιών και των εφήβων. Από τις πρώτες απουσιάζουν επίσης τα θαλάσσια όστρεα που ανευρίσκονται στις δεύτερες, όπως και σε εκείνες των ενηλίκων. Πιθανώς οι θαλασσινές τροφές να απαγορεύονταν στα μικρά παιδιά, αλλά όχι στα μεγαλύτερα, τα οποία θα είχαν την ίδια διατροφή με τους ενήλικες και ανάλογες ταφικές προσφορές. Ωστόσο η ανεύρεση του σπάνιου οστρέου Αλιώτιδος (μοναδικού στο νεκροταφείο) σε μια παιδική ταφή θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως εναπόθεση ενός αγαπημένου αντικειμένου της νεαρής ή του νεαρού κατόχου (συχνά η αναγνώριση του φύλου στους παιδικούς σκελετούς είναι αδύνατη).

Στην Τορώνη αποκαλύφτηκε επίσης η ταφή ενός εμβρύου ή νεογνού με τη νεαρή μητέρα (ο θάνατος θα επήλθε κατά τη διάρκεια της κύησης ή του τοκετού) μαζί με πολυάριθμα θραύσματα από τριποδικά αγγεία, τα οποία ο ανασκαφέας θεωρεί ότι είχαν χρησιμοποιηθεί στην επιτόπια καύση εξαγνιστικού θυμιάματος. Καθώς στην ίδια θέση τέτοια αγγεία-θυμιατήρια απαντώνται μεμονωμένα, υποθέτει ότι η συγκέντρωσή τουςστον εν λόγω τάφο δηλώνει έμφαση στην εξαγνιστική τελετή. Φαίνεται ότι η πρόωρη ακύρωση της μητρότητας επέβαλε ιδιαίτερη τελετουργική μεταχείριση για τη μητέρα και το βρέφος. Η ταφή περιλάμβανε ακόμη ένα σπάνιο εύρημα, ένα όστρεο Κυπραίας, το οποίο είχε εναποτεθεί ως κτέρισμα και όχι ως υπόλειμμα τροφής σε αντίθεση τα υπόλοιπα όστρεα του νεκροταφείου.

Αν και η ομαδοποίηση των τάφων υποδηλώνει δεσμούς συγγένειας, μόνο η αρχαιοβιολογική ανάλυση (η οποία δεν είναι πάντα δυνατή) μπορεί να δώσει αξιόπιστα αποτελέσματα. Η κεντρική ταφή συνήθως αποδίδεται στον άνδρα αρχηγό της οικογένειας. Ωστόσο το παράδειγμα της Τορώνης, όπου πολλές από τις πρωιμότερες ή πλουσιότερα κτερισμένες ταφές ανήκουν σε γυναίκες, αναιρεί το ≪αυτονόητο≫, ότι, δηλαδή, η εξουσία είναι μόνο γένους αρσενικού. Η αριθμητική υπεροχή των γυναικών έχει διαπιστωθεί και σε άλλα μακεδονικά νεκροταφεία, γεγονός που επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες: μητρογραμμική ή μητροτοπική κοινωνική οργάνωση και κατ’ επέκταση ισχυρότεροι δεσμοί των γυναικών με τον τόπο κατοικίας, θάνατος των ανδρών μακριά από τον οικισμό (π.χ. σε πόλεμο) ή ακραίες περιπτώσεις βρεφοκτονίας αγοριών. Η προτίμηση για την επιβίωση κοριτσιών μαρτυρείται εθνογραφικά, μολονότι είναι περισσότερο οικεία η βρεφοκτονία τέτοιων ανεπιθύμητων υπάρξεων.

Τα νεκροταφεία έδωσαν πλήθος αγγείων, όπλων, εργαλείων και κοσμημάτων, πολλά υψηλής ποιότητας και εγχώριας κατασκευής με μακραίωνη παράδοση, όπως η αμαυρόχρωμη κεραμική της ύστερης εποχής του χαλκού από την Αιανή. Άλλες τεχνολογίες εκπροσωπούνται από σιδερένια όπλα (καινοτομικό και πολύτιμο υλικό από το τέλος της εποχής του χαλκού), περίτεχνα χάλκινα κοσμήματα (οκτώσχημες πόρπες, πολλαπλά βραχιόλια και εξαρτήματα ζωνών). Κάποια κτερίσματα είναι επείσακτα, όπως αγγεία, όπλα, σφραγίδες, κοσμήματα και σκεύη μυκηναϊκής προέλευσης. Κοσμήματα από κεχριμπάρι Βαλτικής ανευρίσκονται σε ταφές από τις Σπάθες Ολύμπου (οι οποίες αποδίδονται σε γυναίκες) και την Αιανή. Κατά τη στερεοτυπική άποψη τα όπλα και τα εργαλεία αντιστοιχούν σε ανδρικές ταφές, ενώ τα κοσμήματα και τα οικιακά σκεύη σε γυναικείες. Στην περίπτωση των μυκηναϊκών νεκροταφείων του Ολύμπου η συσχέτιση φύλου και κτερισμάτων θα μπορούσε να βασιστεί, έως έναν βαθμό, σε πληρέστερα

Η συσχέτιση φύλου και ταφών είναι αναξιόπιστη, αν δεν έχει προηγηθεί αρχαιοβιολογική μελέτη· ούτε τα κτερίσματα αποτυπώνουν με φωτογραφικό τρόπο τις ασχολίες και τους ρόλους των ατόμων εν ζωή. Στη διεθνή βιβλιογραφία είναι γνωστές οι ταφές γυναικών (αναγνωρισμένες οστεολογικά) που συνοδεύονται από “ανδρικά” κτερίσματα, όπως και ανδρών από “γυναικεία”. Στην Τσαουσίτσα Κιλκίς βρέθηκαν σφονδύλια μαζί με κοσμήματα, κεραμική και εξαρτήματα ασπίδων. Στην Τορώνη, παρά τη συχνότερη ανεύρεση κοσμημάτων σε γυναικείες ταφές, μια ανδρική περιείχε σφηκωτήρα (κρίκο για τα μαλλιά), χάντρες και ένα σφονδύλι ή κουμπί. Μόνο σε μία γυναικεία ταφή βρέθηκε σφονδύλι, ενώ σε άλλες γυναικείες όπλα και “ανδρικά” εργαλεία. Στην ίδια θέση δεν παρατηρείται σύνδεση του φύλου με “υποδεέστερη” τοπική κεραμική αντίθετα με τη Νότια Ελλάδα, πράγμα που επισημαίνει τον κίνδυνο των γενικεύσεων. Στοιχεία αυτής της περιόδου από τη Νότια Ελλάδα. Ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να πρόκειται για μυκηναϊκές εγκαταστάσεις, αλλά για τοπικές κοινότητες που απέκτησαν αυτά τα “εξωτικά” αντικείμενα, χωρίς να κατανοούν ή να ενδιαφέρονται για τον αρχικό τους συμβολισμό. Γι’ αυτό θα πρέπει να δίνεται περισσότερη προσοχή στον εγχώριο. Επιπλέον δεν μπορεί να συναχθεί η ανώτερη κοινωνική θέση των νεκρών μόνο με βάση τα περίτεχνα κτερίσματα. Συνήθως οι φτωχά κτερισμένες ταφές αποδίδονται σε φτωχά άτομα και η ομοιότητα των ταφικών εθίμων και προσφορών θεωρείται ένδειξη κοινωνικής ισοκατανομής. Στην περίπτωση της Τορώνης όμως ο ανασκαφέας προτείνει διαφορετική ερμηνεία: ο ενταφιασμός στο νεκροταφείο αποτελούσε καθαυτός προνόμιο μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας. Καθώς μόνο αυτή είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το νεκροταφείο, δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω διαφοροποίησης μέσω των κτερισμάτων και άρα ανομοιομορφίας των ταφών στην εν λόγω θέση.

Οι παλαιοπαθολογικές αναλύσεις δίνουν μια εικόνα του ανθρώπινου μόχθου. Κακώσεις, κυρίως στο άνω μέρος του κορμού, μαρτυρούν βαριές γεωργικές εργασίες. Οι συχνές 

περιπτώσεις αρθρίτιδας θα οφείλονταν στην κοπιαστική εξασφάλιση και παρασκευή της τροφής. Στοματικές παθήσεις (τερηδόνα, πλάκα, ουλίτιδα, απώλεια δοντιών) θα προκαλούνταν από ανεπαρκώς παρασκευασμένες τροφές και τη μεγάλη κατανάλωση υδατανθράκων και αμύλων, η οποία προσιδιάζει στους αγροτικούς πληθυσμούς. Μάλιστα οι δείκτες υγιεινής εμφανίζονται χαμηλότεροι την ύστερη εποχή του χαλκού, τότε που αρχίζει η εκτεταμένη αποθήκευση των γεωργικών προϊόντων. Αυξημένη παρουσιάζεται επίσης η παιδική θνησιμότητα.

Η ελονοσία θα ενδημούσε, εφόσον μεγάλο μέρος της Μακεδονίας καλυπτόταν, μέχρι τον 20ο αιώνα, από έλη, ενώ δεν θα ήταν άγνωστες και οι επείσακτες ασθένειες. Άλλες παθογενείς αιτίες μπορεί να σχετίζονται με αλλαγές του διαιτολογίου μετά την εισαγωγή νέων καλλιεργειών (αμπέλι, ελιά, οπωροφόρα) και την κατανάλωση ευπαθών τροφών (χοιρινό κρέας, γαλακτοκομικά). Στο παλαιοζωολογικό υλικό της πρώιμης εποχής του χαλκού καταγράφονται αυξημένα ποσοστά χοίρων και αιγοπροβάτων, που θα εκτρέφονταν για το γάλα παρά για το κρέας τους, καθώς και θηραμάτων. Οι νέες διατροφικές συνήθειες αποτυπώνονται στην παρουσία αγγείων για κατανάλωση υγρών (πρόχοι, κύπελα, ποτήρια). Ορισμένα αγγεία, όπως πίθοι, μαγειρικά σκεύη και κύπελα, που απαντώνται συχνότερα από ό,τι στην τελική νεολιθική, μπορεί να μην είχαν κατάλληλο προστατευτικό επίχρισμα. Η χρήση σκευών χωρίς ή με ακατάλληλα στεγανά μπορεί να προκαλέσει τροφικές δηλητηριάσεις.

Στο οστεολογικό υλικό -αν και περιορισμένο- δεν διαπιστώνονται σημαντικές διαφορές στην εργασία και τη διατροφή μεταξύ γυναικών και ανδρών ούτε μεταξύ ενηλίκων και παιδιών. Μάλιστα τα ίχνη οστεοαρθρίτιδας και κακώσεων σε σκελετούς νεαρών ατόμων πρέπει να οφείλονται στη συμμετοχή των παιδιών στις οικογενειακές ασχολίες. Στοιχεία του καταμερισμού εργασίας κατά φύλο μπορούν να ανιχνευτούν στη διαφορετική συχνότητα των κακώσεων. Παραδείγματος χάρη, στο νεκροταφείο της πρώιμης εποχής του χαλκού στην Κοιλάδα μόνο δύο νεκρές διέσωζαν ίχνη οδοντικών φθορών, οι οποίες μπορεί να είχαν προκληθεί επειδή η γυναίκα κρατούσε με τα δόντια της δέρμα ζώου, για να το μαλακώσει πριν από την κατεργασία, ή επειδή κατανάλωνε χονδρόκοκκα άμυλα.

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Oι κύριοι τύποι της νεολιθικής κατοίκησης στη Μακεδονία είναι οι τούμπες (γήλοφοι) και οι εκτεταμένες επίπεδες θέσεις. Γνωστή είναι επίσης η χρήση σπηλαίων (Ροδοχώρι Ημαθίας, Λιβαδοπόταμος Καστοριάς) και οι λιμναίοι οικισμοί (Δισπηλιό Καστοριάς). Η οικονομία βασίζεται στη γεωργοκτηνοτροφία και συμπληρώνεται από το κυνήγι, την αλιεία και την τροφοσυλλογή. Εξειδίκευση υπάρχει στην κεραμική, την υφαντική, τη λιθοτεχνία, την κοσμηματοτεχνία και, από τη νεότερη νεολιθική, στη μεταλλουργία. Διακοινοτικά και ευρύτερα δίκτυα θα εξασφάλιζαν τη διακίνηση πολύτιμων πρώτων υλών (μέταλλα, οψιδιανός, πυριτόλιθος, ανδεσίτης, όστρεο Σπόνδυλος και αγαθών (κοσμήματα, υφάσματα, αγγεία, είδη διατροφής), μαζί με την κυκλοφορία ιδεών και γνώσεων και τη δημιουργία δεσμών φιλίας ή συγγένειας.

Η απουσία ενδείξεων κάθετης ιεραρχίας υπέβαλε μια ρομαντική αντίληψη περί ισοπολιτείας και ειρηνικής συνύπαρξης των νεολιθικών κοινοτήτων. Ωστόσο οι νεότερες έρευνες διακρίνουν μορφές εξουσίας ως απόρροια ειδικών ικανοτήτων και τεχνογνωσίας. Ορισμένοι οικισμοί περικλείονται από λίθινους περιβόλους (Μάνδαλο – νεότερη νεολιθική ή τάφρους (Σέρβια – μέση νεολιθική, Μακρύγιαλος – νεότερη νεολιθική). Ακόμη και αν αυτές οι κατασκευές δεν ήταν οχυρωματικές, οριοθετούσαν τοπογραφικά και συμβολικά τον ζωτικό χώρο της κοινότητας· η ανέγερση και η συντήρησή τους θα απαιτούσε χρόνο, κόπο και συντονισμό του συλλογικού έργου. Κοινωνικές διαφοροποιήσεις υποδηλώνει, ήδη από την αρχαιότερη νεολιθική, η συγκέντρωση περίτεχνων αντικειμένων σε ορισμένους χώρους των οικισμών. Το ίδιο ισχύει για τις εξειδικευμένες τεχνολογίες, οι οποίες δεν θα στηρίζονταν μόνο σε σχέσεις συνεργασίας, αλλά και θα γίνονταν αιτία ανταγωνισμού στην εξεύρεση των πρώτων υλών και τη διακίνηση των προϊόντων. Την εικόνα της φιλήσυχης αγροτικής ζωής ανασκευάζουν περαιτέρω οι εγκαταστάσεις σε δύσβατες ή φυσικά προστατευμένες θέσεις.

Οι οικισμοί της εποχής του χαλκού ανήκουν κατά κανόνα στον τύπο της τούμπας, στις πρώιμες φάσεις της περιόδου είναι λιγότεροι και μικρότεροι από τους νεολιθικούς, οχυρωμένων οικισμών (Σκάλα Σωτήρος Θάσου). Η οικονομία παραμένει γεωργοκτηνοτροφική, εκλείπουν όμως στοιχεία της νεολιθικής, όπως τα διακοσμημένα αγγεία και τα ειδώλια. Στην κεραμική εισάγονται νέα σχήματα (π.χ. αποθηκευτικά αγγεία) και χονδροειδέστερα σκεύη. Οι αντιστοιχίες αφορούν περισσότερο τα Βαλκάνια παρά το Νότιο Αιγαίο, το οποίο βαδίζει προς την αστικοποίηση και την κοινωνική διαστρωμάτωση. Εξαιτίας της «καθυστέρησής» της ως προς τις εξελίξεις στον νότο η Μακεδονία της εποχής του χαλκού θεωρήθηκε «συντηρητική» και ο «συντηρητισμός» της αποδόθηκε σε δημογραφικές ανακατατάξεις. Λόγου χάρη, σύμφωνα με τη θεωρία της Gimbutas την τρίτη χιλιετία π.Χ. αρχίζει η κάθοδος των νομάδων Ινδοευρωπαίων από την Ανατολική Ευρώπη, για να ολοκληρωθεί με την καταστροφή του ειρηνικού μητριαρχικού πολιτισμού των νεολιθικών Βαλκανίων. Οι εισβολείς κατασκεύαζαν κεντρικά αψιδωτά 

κτίσματα-οικίες αρχηγών (Καμένη Οικία και Μακρά Οικία των Σιταγρών), ταφικούς τύμβους και χονδροειδή κεραμική, κυρίως κύπελλα για κατανάλωση ποτού – χαρακτηριστικά που σηματοδοτούν τις αρχές της ανδροκρατίας, όπως αυτή θα παγιωθεί στις μυκηναϊκές κοινωνίες.

Μεγαροειδή και αψιδωτά κτίσματα, αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και τεχνολογικά εργαστήρια της ύστερης εποχής του χαλκού έχουν ανασκαφεί στην Άσσηρο, τον Καστανά και την Τούμπα Θεσσαλονίκης. Εκτεταμένα άνδηρα ορίζουν τους οικισμούς στην Άσσηρο και την Τούμπα. Παρόλο που η συγκέντρωση της παραγωγής και οι ογκώδεις αρχιτεκτονικές κατασκευές παραπέμπουν σε κάποια μορφή οικιστικής ιεραρχίας, είναι δύσκολο να γίνουν συγκρίσεις με τα ανακτορικά κέντρα της Νότιας Ελλάδας. Το πλήθος των μυκηναϊκών ευρημάτων σε νεκροταφεία του Ολύμπου έχει αποδοθεί σε μυκηναϊκή εγκατάσταση, η οποία μετατόπισε προς τα βόρεια τα μέχρι τότε γνωστά όρια του θεωρούμενου ως πρωιμότερου ελληνικού πολιτισμού. Τόσο οι θεωρίες περί μεταναστεύσεων από το βορά όσο και η σύγκριση της Μακεδονίας με τον νότο έχουν αμφισβητηθεί πειστικά. Τα μυκηναϊκά αντικείμενα και οι εγχώριες απομιμήσεις τους ούτε αντιστοιχούν σε μεγάλο μέρος των ευρημάτων (π.χ. περιορισμένη ποσότητα μυκηναϊκής ή μυκηναΐζουσας κεραμικής στην Άσσηρο και την Τούμπα) ούτε αποδεικνύουν πληθυσμιακές μετακινήσεις. Εκείνο που πρέπει να αναζητηθεί είναι η αιτία της συγκέντρωσης επείσακτων στοιχείων σε ορισμένες μόνο θέσεις και συγχρόνως να ληφθεί υπόψη η μακρόχρονη παράδοση των τοπικών τεχνολογιών.

Η ΖΩΗ ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ

Eνδεικτικά παραδείγματα κατοικιών προέρχονται από τη Νέα Νικομήδεια της αρχαιότερης νεολιθικής, το Μάνδαλο και τον Μακρύγιαλο της νεότερης νεολιθικής (με εστίες και αποθηκευτικούς σιρούς και με φούρνους και έναν υπόγειο αποθηκευτικό χώρο αντίστοιχα), το Αρχοντικό της πρώιμης και μέσης εποχής του χαλκού (με καλοκτισμένους φούρνους) και τον Καστανά της ύστερης εποχής χαλκού (με προσκτίσματα-μαγειρεία). Η καλά διατηρημένη Καμένη Οικία των Σιταγρών είναι ένα πασσαλόπηκτο κτίσμα με μεγαροειδή κάτοψη και τριμερή διάρθρωση: ένα ανοιχτό αίθριο μπροστά, έναν τετράπλευρο κύριο χώρο πολλαπλών χρήσεων και στο βάθος μια αψιδωτή κουζίνα-αποθήκη, πιθανώς ημιυπαίθρια. H οικοσκευή βρέθηκε επί τόπου όπως την είχαν χρησιμοποιήσει οι κάτοικοι. Η κουζίνα, της οποίας ο εξωτερικός τοίχος (ίσως φράχτης) είχε ελαφριά κατασκευή από φθαρτό υλικό, ήταν εξοπλισμένη με δύο φούρνους, σιρούς, αποθηκευτικά αγγεία, εργαλεία και μαγειρικά σκεύη. Ο χώρος ήταν αρκετά μεγάλος για 

να εργάζονται άνετα μαζί δύο-τρία άτομα σχετικά απερίσπαστα, αλλά και με εύκολη πρόσβαση στην αυλή του σπιτιού και στην κουζίνα του γειτονικού. Τα οστά ζώων και τα υπολείμματα φυτών παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη διατροφή: κρέας, δημητριακά, όσπρια, φρούτα (σταφύλια, αχλάδια, κεράσια, σύκα, φυστίκια, βελανίδια), όστρεα και ψάρια της θάλασσας και του γλυκού νερού, σαλιγκάρια, πουλιά. Στο ευρύχωρο κεντρικό δωμάτιο υπήρχε μια μεγάλη καλοφτιαγμένη εστία πλαισιωμένη από πασσάλους, όπου θα κρέμονταν, για να αποξηρανθούν, τροφές, δέρματα, μαλλί. Γύρω από τη φωτιά θα συγκεντρώνονταν ένοικοι και επισκέπτες για ένα ζεστό γεύμα με τη συνοδεία ποτού, για συναναστροφή, ανάπαυση ή εργασία. Τριπτήρες, σφονδύλια, οστέινα εργαλεία μαρτυρούν επεξεργασία διαφόρων υλών και γνέσιμο (ίσως και ύφανση σε φθαρτό αργαλειό). Δέρματα και γούνες ζώων (στην ανασκαφή βρέθηκαν οστά θηραμάτων) και πολύχρωμα υφαντά (από το μαλλί των προβάτων του οικισμού) θα πρόσφεραν άνεση και ζεστασιά. Χώρος καθημερινής δραστηριότητας, για μικρούς και μεγάλους, θα ήταν το αίθριο: για παιχνίδι, φαγητό και ύπνο το καλοκαίρι, αποθήκευση της σοδειάς, επιδιορθώσεις εργαλείων, ύφανση, συντροφιά με τις γειτόνισσες και τους γείτονες.

Τα αυτόνομα, μονόχωρα ή ολιγόχωρα, οικήματα υποδηλώνουν ολιγομελείς κοινωνικούς πυρήνες, το μέγεθος των οποίων μπορεί να υπολογιστεί με βάση τον αριθμό και τη χωρητικότητα των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων -στην περίπτωση της Καμένης Οικίας σε έξι άτομα. Η ελεύθερη έκταση ανάμεσα στα οικήματα θα είχε κοινή χρήση, έχουν αποκαλυφτεί στη νεότερη νεολιθική της Θέρμης Θεσσαλονίκης και του Μακρύγιαλου (ανοιχτοί λιθόστρωτοι χώροι οικοτεχνικής δραστηριότητας και περιοχή με μικρούς φούρνους αντίστοιχα) και στην τελική φάση της πρώιμης εποχής του χαλκού στους Σιταγρούς (συστάδα κυκλικών πήλινων σιρών και λάκκων με εστίες, δάπεδο και θρανίο). Στους σιρούς των Σιταγρών είναι εντυπωσιακή η ποσότητα καταλοίπων συλλογικής παραγωγής, κατανάλωσης και αποθήκευσης: λίθινες λεπίδες, τριπτήρες, γουδιά, οστέινα εργαλεία, σύνεργα υφαντουργίας, επιτραπέζια και αποθηκευτικά αγγεία, μαζί με σπόρους δημητριακών, οσπρίων, βελανιδιών, φρούτων και οστών από οικόσιτα και άγρια ζώα. Στο ίδιο σύνολο ανήκουν αντικείμενα συμβολικής και τελετουργικής χρήσης: κοσμήματα, περίτεχνα πήλινα και λίθινα σκεύη, λίθινη σφύρα, σφραγιδοκύλινδρος, ειδώλια και ομοιώματα κατοικιών.

Πλήθοςυφαντουργικών εργαλείων ανευρίσκεται ήδη από την αρχαιότερη νεολιθική: πήλινα σφονδύλια για γνέσιμο (χαρακτηριστικά τα διακοσμημένα της νεότερης νεολιθικής), πηνία και ακτινωτά αντικείμενα για το τύλιγμα της κλωστής, αγκυρόσχημα αντικείμενα για το κρέμασμα του μαλλιού (χαρακτηριστικά στην πρώιμη εποχή του χαλκού) και, από την πρώιμη εποχή του χαλκού και μετά, βαριά υφαντικά βάρη για όρθιο αργαλειό (αξιοσημείωτα τα σύνολα από τους Σιταγρούς, το Αρχοντικό, τον Καστανά και την Τούμπα). Οστέινες μικρές ράβδοι με εγκοπές (μάλλον σαΐτες αργαλειού), βελόνες με οπή, σπάτουλες και οπείς χρησιμοποιούνταν για πλέξιμο και για το ράψιμο δερμάτων, πλεκτών από μαλλί και καλαθιών, όπως δείχνουν τα ίχνη χρήσης στα εργαλεία. Μια ιδέα της ενδυμασίας μάς δίνουν οι γραπτές διακοσμήσεις αγγείων, οι οποίες μιμούνται υφάσματα, και τα εξαρτήματα ένδυσης. Τα τελευταία περιλαμβάνουν άγκιστρα και πόρπες ζωνών από πηλό, κόκαλο και όστρεο, οστέινες και μετάλλινες περόνες και πόρπες για τη στερέωση ενδυμάτων, κουμπιά (μερικά από πολύτιμο όστρεο), διάτρητα πλακίδια και μικροσκοπικές χάντρες, τα οποία βρέθηκαν κατά μεγάλες ομάδες και μάλλον προέρχονται από κατάκοσμες στολές. Η συχνότητα των περονών την πρώιμη εποχή του χαλκού αποδίδεται στη χρήση νέων ειδών μάλλινων υφασμάτων, όπως συνάγεται από τα υψηλά ποσοστά αιγοπροβάτων που θα εκτρέφονταν για το μαλλί τους. Μερικές φορές οι περόνες ανευρίσκονται μαζί με υφαντικά εργαλεία, όπως στους Σιταγρούς στο τέλος της 3ης χιλιετίας. Στον Καστανά η μεγάλη συχνότητα και πολυτυπία των περονών την εποχή του σιδήρου έχει επίσης ερμηνευθεί ως νέος ενδυματολογικός συρμός. Πόρπες και περόνες όχι μόνο αποτελούν τυπικά προϊόντα εξειδικευμένης μεταλλουργίας στη Μακεδονία στο τέλος της 2ης – αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ., αλλά και συνήθη ταφικά κτερίσματα.

Καταμερισμός εργασίας κατά φύλο και ηλικία παρατηρείται σε όλους τους πολιτισμούς. Στις προβιομηχανικές κοινωνίες οι άνδρες αναλαμβάνουν εξωοικιακές εργασίες (κυνήγι, βοσκή και σφαγή μεγάλων ζώων, ψάρεμα, αποψίλωση, υλοτομία, εξόρυξη, βαριές οικοδομικές κατασκευές, ναυπηγική), ενώ οι γυναίκες οικιακές (φροντίδα των παιδιών, τροφοπαρασκευή, κηποκαλλιέργεια, υφαντική, άντληση νερού, πλύσιμο, μάζεμα καυσοξύλων, τροφοσυλλογή, βοτανική). Άλλες ασχολίες, όπως αγροκαλλιέργεια, άναμμα φωτάς, βυρσοδεψία, οικιακή κτηνοτροφία, κυνήγι μικρών ζώων, καλαθοπλεκτική, μεταφορά φορτίων, ραπτική, κεραμική, μοιράζονται πιο ισόρροπα. Η κατανομή εργασίας καθορίζεται ανάλογα με την αποτελεσματικότητά της στην επιβίωση και την κοινωνική ζωή της κοινότητας (στην περίπτωση των γυναικών είναι συμβατή με τη μητρότητα, τη φροντίδα και κοινωνικοποίηση των νεαρών μελών). Κατά συνέπεια οι διχοτομικές κατηγορίες της δυτικής σκέψης “δημόσιο – ιδιωτικό”, «ανδρικό – γυναικείο», «χρηστικό – συμβολικό» αποδεικνύονται ανεφάρμοστες, τουλάχιστον μέχρι την ύστερη εποχή του χαλκού, οπότε και ανιχνεύεται στο αρχαιολογικό υλικό κάποιος σαφέστερος διαχωρισμός του παραγωγικού-τεχνολογικού και κοινωνικού-τελετουργικού πεδίου. Είναι διαφωτιστικά τα ανθρωπολογικά παράλληλα σύμφωνα με τα οποία άνδρες αποκτούν «γυναικείους» ρόλους (ενδυμασία, συμπεριφορά, επιλογή συντρόφων) μέσω της άσκησης αντίστοιχων τεχνών, όπως και γυναίκες «ανδρικούς». Η υπέρβαση του σεξουαλικού διμορφισμού δεν στιγματίζεται από τη δεδομένη κοινωνία, όπως συμβαίνει με τη δυτική ηθική. Αντίθετα τα εν λόγω άτομα, τεχνίτριες και τεχνίτες με καινοτομική συμβολή, θεωρούνται φορείς ευεργετικών δυνάμεων για όλη την κοινότητα, η οποία τα περιβάλλει με σεβασμό (ας θυμηθούμε τους χαρισματικούς «ανδρόγυνους» χαρακτήρες της ελληνικής μυθολογίας, όπως ο μάντης Τειρεσίας). Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί η παρουσία «γυναικείων» κτερισμάτων σε ανδρικές ταφές και «ανδρικών» σε γυναικείες.

Πολυάριθμα αρχαιολογικά και εθνογραφικά παραδείγματα μαρτυρούν τη συμμετοχή των παιδιών στις οικογενειακές εργασίες, είτε ως μιμητικό παιγνίδι είτε ως πραγματική ενασχόληση, με σκοπό την κοινωνικοποίηση. Γι’ αυτό σε πολλούς πολιτισμούς η εκμάθηση μιας τέχνης επισφραγίζεται με τελετές μετάβασης στον κόσμο των ενηλίκων. Σε τέτοιες μυήσεις μπορεί να χρησιμοποιούνταν κάποια από τα μικρογραφικά ομοιώματα οικοσκευών και εργαλείων από τους προϊστορικούς οικισμούς της Μακεδονίας (σπίτια, πελέκεις, αγγεία, έπιπλα και από το Ντικιλί Τας ένα ομοίωμα βάρκας). Μάλιστα ορισμένα από τα πολυτιμότερα νεολιθικά κοσμήματα, όπως δακτύλιοι από τα όστρεα Σπόνδυλος και Γλυκίμερις με μικρή διάμετρο, μπορεί προορίζονταν για παιδιά ως δώρα αγάπης ή ενθυμήματα σημαντικών στιγμών. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιες/ποιοι κατασκεύαζαν ή φορούσαν αυτά τα τεχνήματα. Είναι ωστόσο ενδιαφέρον ότι η εικονογραφία των κοσμημάτων αναγνωρίζεται κυρίως σε γυναικεία ειδώλια. Θα μπορούσε συνεπώς να υποτεθεί, με βάση τις αρχαιολογικές ενδείξεις ως προς τη διακοινοτική κυκλοφορία κοσμημάτων και υφασμάτων, ότι γυναικεία ειδώλια με πλούσια ένδυση και κόσμηση αναπαριστούν γυναίκες με καίριο ρόλο σε τέτοια δίκτυα επαφών (π.χ. φημισμένες τεχνίτριες).

Ολοκληρώνουμε με ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τα αγγεία και συγκεκριμένα τη μετάβαση από τα χειροποίητα στα τροχήλατα. Τα πρώτα θεωρούνται γυναικεία προϊόντα και γι’ αυτό μικρής αξίας, ενώ τα δεύτερα προσγράφονται στο ενεργητικό πρωτοπόρων ανδρών. Ωστόσο το αρχαιολογικό υλικό κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνει τέτοιες προκαταλήψεις: στη Μακεδονία η χειροποίητη κεραμική, με μακραίωνη παράδοση, συνεχίζει να χρησιμοποιείται μαζί με την τροχήλατη μέχρι και την ελληνιστική εποχή, δηλαδή μια χιλιετία μετά την εμφάνιση της δεύτερης. Τα πρωιμότερα τροχήλατα αγγεία είναι σποραδικές μυκηναϊκές εισαγωγές των μέσων της 2ης χιλιετίας π.Χ., ενώ οι εγχώριες απομιμήσεις χρονολογούνται δύο ή τρεις αιώνες αργότερα. Και οι δύο κατηγορίες εκπροσωπούνται με μικρά ποσοστά στο σύνολο της κεραμικής, στην οποία κυριαρχούν οι χειροποίητες δημιουργίες με εξειδικευμένη παραγωγή σκευών και διακοσμητικών ρυθμών κατά τόπους. Επιπλέον φαίνεται ότι η εγχώρια και η εισηγμένη κεραμική συνυπάρχουν χωρίς σημαντικές αλληλεπιδράσεις. 

Από τα πλούσια διακοσμημένα αγγεία της αρχαιότερης νεολιθικής μέχρι τα απαιτητικά στην κατασκευή χονδροειδή αγγεία της τελικής νεολιθικής και της πρώιμης εποχής του χαλκού και τα αμαυρόχρωμα και εγχάρακτα της ύστερης εποχής του χαλκού, η τέχνη του πηλού διακρίνεται για την ευρηματικότητα, την πείρα, την καλαισθησία και το εύρος των λειτουργιών της. Δεν γνωρίζουμε βέβαια το φύλο των κεραμέων (στην αναγνώρισή του θα βοηθούσε η εξέταση δακτυλικών αποτυπωμάτων σε αγγεία), μπορούμε ωστόσο να αναθεωρήσουμε προγενέστερες απόψεις ως προς την επινόηση της κεραμικής για χρηστικούς λόγους, όπως προτείνουν οι Catherine Perles και Karen Vitelli. Οι πρώιμες αγγειοπλαστικές δημιουργίες (Νέα Νικομήδεια, Γιαννιτσά) διακρίνονται για τον υψηλό βαθμό έμπνευσης και αισθητικής. Τέτοια περίτεχνα αγγεία κάθε άλλο παρά θα ήταν κατάλληλα για τις καθημερινές ανάγκες διατροφής και διατήρησης της τροφής, θα είχαν όμως συμβολική αξία λόγω της σπανιότητάς τους. Εκείνο που θα μετρούσε για τους ανθρώπους της αρχαιότερης νεολιθικής θα ήταν η πρωτόγνωρη μετατροπή της φυσικής πρώτης ύλης σε πολιτισμικό αγαθό. Γι’ αυτό οι πρώτες ή πρώτοι κάτοχοι της νέας γνώσης μπορεί να ενέπνεαν στην κοινότητα σεβασμό ή και δέος, ώστε να πρωταγωνιστούν σε σαμανιστικές τελετές.

Τα παραπάνω κείμενα αποτελούν έργο των Δήμητρα Κοκκινίδου - Μαριάννα Νικολαΐδου

ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Oι πρώτες κατοικίες πιστεύεται τι ήταν καλύβες πλεκτές απ κορμούς και κλαδιά…
Tης Mαρίας Παντελίδου – Γκόφα (Kαθηγήτριας Προϊστορικής Aρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών)

Η Aττική, η Bοιωτία, η Φθιώτιδα και η Φωκίδα, με ιδιαίτερη φυσική διαμόρφωση η κάθε περιοχή, σχηματίζουν το ανατολικό τμήμα της Στερεάς και το νοτιότερο άκρο του ηπειρωτικού κορμού της Eλλάδας.
Δασωμένα βουνά, εύφορες σχετικά πεδιάδες, ποταμοί με λίγα νερά, κλίμα ήπιο και πολλές προστατευμένες ακτές είλκυσαν τους πρώτους κατοίκους της Aττικής, για να ζήσουν όχι τόσο από τη γη, αλλά από τη θάλασσα. Aντίθετα, η Bοιωτία, κυκλωμένη απ ψηλά βουνά, έχει νερά πολλά –τους ποταμούς Kηφισό, Mέλανα και τη λίμνη Kωπαΐδα–, πλούσιο χώμα στις πεδιάδες του Kηφισού, των Θηβών και της Oινόης, που οδηγούν στη θάλασσα ή ευκολύνουν τη διέλευση από την ακτή στην ενδοχώρα. H Φθιώτιδα και η Φωκίδα, γεμάτες βουνά και άξενους τ πους, έχουν λίγη πεδινή γη, περιορισμένη στην κοιλά του Σπερχειού, που πλαταίνει προς τον Mαλιακ Kόλπο.
Aκόμα δεν γνωρίζουμε ασφαλώς από πού και πώς ήρθαν οι πρώτοι κάτοικοι στην Eλλάδα γύρω στο 6.500 π.X. Συστηματικές ενασκαφές έχουν γίνει σε λίγες θέσεις, πέντε ή έξι το πολύ στη Bοιωτία, άλλες τόσες σε ολόκληρη την Aττική και λιγότερες στην κοιλάδα του Σπερχειού.
Διάφορα όμως ευρήματα, κυρίως κομμάτια κεραμικής, που αποκαλύπτονται συνήθως με το αλέτρι και σκορπίζονται στη γη, φανερώνουν τους χαμηλούς λόφους, που προτιμούσαν να κατοικούν οι άνθρωποι της Στερεάς, πως και σε όλη την Eλλάδα, κατά τη Nεολιθική Eποχή.
Στη Bοιωτία, η Πολυγύρα, ο Oρχομενός, το Kαλάμι, οι Aλαλκομενές, η Aλίατρος με το σπήλαιο Σεϊντή, το Aκραίφνιο με τη σπηλιά του Σαρακηνού, η Mεγάλη Kαταβόθρα, ο Γλας, το Kάστρο, το Στροβίκι, ο Πύργος σχηματίζουν στεφάνι γύρω απ τη λίμνη Kωπαΐδα. Στην ίδια περιοχή ανήκουν δυτικά η Xαιρώνεια με δυο οικισμούς και ακόμη πιο ψηλά η Aγία Mαρίνα.

Aπό την άλλη όχθη του Kηφισού, στη σημερινή Λοκρίδα, η Eλάτεια και το Mάνεσι και νοτιότερα στη Bοιωτία, οι Θεσπιές, η Eύτρηση και η Θήβα. Πιο μακριά οι Πλαταιές και στο άλλο άκρο, στη Φωκίδα, το γνωστό Kωρύκειον Aντρον στους Δελφούς. Aνατολικά, μετά το Yπατο, το Σχηματάρι, τον Aγιο Θωμά, τα Oινφυτα, ξεχωρίζουμε βόρεια, στην ακτή, τις Aλές και νοτιότερα, στην παραλία, τα Xάλια και το Δράμεσι, που πρέπει να κατοικήθηκαν ασφαλώς από ομάδες με θαλασσινές ασχολίες. Oι επόμενες εγκαταστάσεις βρίσκονται βορειότερα, στην κοιλάδα του Σπερχειού. Σε αυτή τη λωρίδα καλής γης, αρκετά υπολείμματα βρέθηκαν έως τώρα κοντά στο Λιανοκλάδι, το Aμούρι και τη Mεγάλη Bρύση.

Oι πρώτοι κάτοικοι της Aττικής εγκαθίστανται στις ακτές και τα παραθαλάσσια υψώματα Pαμνούς, Kάτω Σούλι, Πλάσι, Kαζάρμα Pαφήνας, Λούτσα, τρεις θέσεις γύρω από τη Bραυρώνα, Θορικ ς, Mεγάλο Λιθάρι Aναβύσου και Λαγονήσι παρουσίασαν λίγα σημάδια της Nεολιθικής Eποχής, ενώ απ τα πολλά ευρήματα της ανασκαφής της Nέας Mάκρης γνωρίσαμε καλύτερα την καθημερινή ζωή της εποχής.
Στα μεσ γεια της Aττικής κατάλοιπα εντοπίζουμε μόνο στην πεδιάδα των Aθηνών, μια θέση στα Πατήσια, άλλη στο λόφο του Kολλεγίου στο Ψυχικό και κυρίως στις κλιτύς του βράχου της Aκρόπολης. Σε αυτές τις θέσεις πρέπει να προσθέσουμε τα σπήλαια του Πανός στον Mαραθώνα και του Kίτσου στο Λαύριο, πάνω στα βουνά και πιθανώς δυο ακόμη στο βράχο της Aκρόπολης, που τοποθετούνται χρονικά στη Nεώτερη Nεολιθική και στην Tελική Nεολιθική.
O σχηματισμός των οικισμών στους λόφους και τις ακτές δεν έγινε παντού ταυτόχρονα. Oι γνώσεις μας γύρω απ τη διάταξη, την οργάνωση και τη μορφή τους είναι λίγες, αποσπασματικές, με πάμπολλα κενά και μόνον αν τις συνδυάσουμε μπορούμε να αποκτήσουμε μια εικόνα για τον τρόπο της ζωής τους.
Oι πρώτες κατοικίες πιστεύουμε τι ήταν καλύβες πλεκτές από κορμούς και κλαδιά. Aπό αυτές απομένει μόνο το σκληρό κτυπημένο δάπεδο, οι οπές, που εισχωρούσαν οι πάσσαλοι του σκελετού στο χώμα, και ακόμη κομμάτια απ τη λάσπη που άλειφαν στα κλαδιά. Λίγα τέτοια σημάδια βρέθηκαν στην Eλάτεια, χωρίς να δίνουν στοιχεία για τη γενικότερη μορφή της καλύβας.

Oλόκληρο το σχήμα των καλυβών διατηρήθηκε στη Nέα Mάκρη, σε στρώματα όμως νεώτερα, μαζί με κτιστά σπίτια. Eκεί παρουσιάζονται στην αρχή της Mέσης Nεολιθικής και διατηρούνται μέχρι την τελική εγκατάλειψη του οικισμού, αλλά με μορφή απλουστευμένη. Oι παλαιότερες έχουν δάπεδο ελλειψοειδές, σκαμμένο 25-30 εκ. βαθύτερα από την επιφάνεια του εδάφους και είσοδο στη στενή πλευρά, που σημαδεύεται από βαθμίδα ή σταθερό κατώφλι. Eξωτερικά, ένα αυλάκι συλλέγει τα νερά, για να μην εισχωρήσουν και λιμνάσουν στο δάπεδο. Tα πλεκτά τοιχώματα γίνονται κατακόρυφα, η στέγη δίριχτη και στη μια καλύβα υπήρχε πάνω απ την είσοδο χαμηλό στέγαστρο. Λίγες οπές στο έδαφος φανερώνουν τι οι πάσσαλοι του σκελετού έστεκαν όρθιοι, σαν τις κολόνες των οικοδομών, και γι’ αυτό πρέπει να ήταν ενωμένοι στις κορυφές τους με άλλους, οριζόντιους, που σχημάτιζαν τον τετράπλευρο σκελετό της στέγης. Mε τη μέθοδο αυτή καταργούνται τα εσωτερικά υποστυλώματα, ο χώρος μένει ελεύθερος και μπορεί μέσα να ανάψει πυρά.

Κτιστό νεολιθικό σπίτι

Αργότερα, στα τελευταία χρόνια ζωής του οικισμού, οι καλύβες απλοποιούνται, έχουν πάντα ελλειπτικό σχήμα, αλλά ο σκελετός τους σχηματίζεται απ περιμετρικά στηρίγματα που γέρνουν και στερεώνονται στην κορυφή ενός μεγάλου κεντρικού πασσάλου. Tο δάπεδο είναι οριζόντιο, δεν έχει ανάγκη από εξωτερικό αυλάκι και η θύρα ανοίγεται στη μακρά πλευρά, για να φωτίζεται καλύτερα ο χώρος. Tο κατώφλι παραλείπεται, αλλά η θέση της θύρας προδίδεται απ το στρώμα λάσπης που μετέφεραν εκεί με τα χρόνια τα πατήματα των ενοίκων.
Mέσα σε αυτό τον χώρο με τον κεντρικό πάσσαλο δεν υπάρχουν ίχνη πυράς, γιατί φαίνεται πως η φωτιά εδώ θα ήταν επικίνδυνη.
Tο κτιστό νεολιθικό σπίτι είναι και αυτό καλύτερα γνωστό κατά τη Mέση Nεολιθική. Eίναι ένα μακρύ μονόχωρο δωμάτιο, που μπορούσε κάποτε να χωριστεί σε δυο ή να “κολλήσει” πάνω του άλλο ένα. Oι τοίχοι του, ευθύγραμμοι και στενοί, πάχους γύρω στα 40 εκ., κτισμένοι στη βάση τους με απελέκητες πέτρες, υψώνονται συνήθως μόνο με πλίνθους που έχουν στεγνώσει στον ήλιο.
Tο πλάτος του σπιτιού δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα 2,50-3 μ., όσο γινόταν να γεφυρωθεί από τους κορμούς της στέγης. H θύρα στη στενή ή στην πλατιά πλευρά δεν ήταν τοποθετημένη αξονικά, αλλά στο πλάι, και απ αυτή πρέπει να φωτιζόταν όλος ο χώρος. Στα δάπεδα το χώμα ήταν κτυπημένο και πατημένο, χωρίς ιδιαίτερη επάλειψη, ενώ συχνά υπήρχε λεπτό χαλίκι, στρωμένο στους εσωτερικούς χώρους. Mόνο σε ένα σπίτι κάτω από την Aκρόπολη των Aθηνών και ίσως σε άλλο ένα στη Nέα Mάκρη το δάπεδο φαίνεται να ήταν καλυμμένο με ξύλα στρωμένα πάνω σε πέτρες. Tέλος, η στέγη ήταν ελαφριά, πλεκτή από κλαδιά και άχυρα, με ξύλινο σκελετό στηριγμένο στους πλευρικούς τοίχους. Θα πρέπει να τη φανταστούμε με κλίση, για να κυλούν τα νερά, και μάλιστα μονόριχτη, πως φαίνεται στα ελάχιστα σπίτια που γνωρίζουμε.

Προηγμένη τεχνολογία

Πολύ προηγμένη τεχνολογία μαρτυρεί το σύστημα ξυλοδεσιάς, που συναντάμε πάλι μόνο στη Nέα Mάκρη. Mέσα στο πάχος των τοίχων, στις γωνίες και κοντά στα ανοίγματα τοποθετούνται κατακόρυφοι πάσσαλοι, που είναι πολύ πιθανό να ενώνονταν με άλλους οριζόντιους. Όλοι μαζί σχημάτιζαν ισχυρό πλέγμα, που έδενε την πλινθοδομή και σήκωνε το βάρος της στέγης. Aυτό το απλό και στενό δωμάτιο ήταν το καταφύγιο των ανθρώπων σε κάθε εποχή.
H εστία, για να ψήνεται το φαγητό και το ψωμί –σε πήλινες χύτρες, σε ανοιχτά ταψιά, στη σούβλα ή στη χόβολη μέσα στη στάχτη– ήταν στημένη στον ανοιχτό χώρο, στο ύπαιθρο. Tις περισσότερες φορές η πυρά άναβε ελεύθερη, σε ορισμένο σημείο, προφανώς απάνεμο ή μέσα σε ρηχό λάκκο. Άλλοτε η πυρά περιοριζόταν μέσα σε κυκλικό χώρο σχηματισμένο απ μία σειρά μικρές όρθιες πέτρες, που δεν αποτελούσαν προστασία, αλλά μάλλον καθόριζαν και επέβαλλαν τη συγκεκριμένη θέση. Λιγότερες ήταν, τέλος, οι κτιστές με μεγάλες πέτρες εστίες σε σχήμα Π. Πάνω τους ακουμπούσε η χύτρα, αλλά ο χώρος της φωτιάς έμενε μικρός, μόνο για κάρβουνα ή για μικρά ξύλα. Φούρνους κτιστούς δεν φαίνεται να είχαν και, αν χρειαζόταν κλειστή πυρά, ίσως έφτιαχναν μικρό πρόσκαιρο πήλινο περίβλημα.

Υπέργειες αποθήκες

Τις προμήθειες για το νοικοκυριό έκρυβαν μέσα σε λάκκους, βάθους και διαμέτρου 0,50-1 μ., ανοιγμένους όχι μέσα στα σπίτια, αλλά έξω, στις αυλές. Eκεί, στο ύπαιθρο, πρέπει να τους κάλυπταν με δέρματα, ξύλα ή πλεκτή στέγη, πάντως με κάποια φθαρτά υλικά που δεν σώθηκαν. Aργότερα, όταν πια οι λάκκοι ήταν άχρηστοι, τους γέμιζαν με μπάζα και σκουπίδια που ήθελαν να απομακρύνουν από τα σπίτια.
Tελείως διαφορετική πρακτική εφαρμόστηκε στη Nέα Mάκρη στην επόμενη εποχή. Aπό την αρχή της Mέσης Nεολιθικής κατασκευάζονται υπέργειες αποθήκες, που αερίζονται και προστατεύονται απ την υγρασία με δάπεδο λιθόστρωτο και αλειμμένο με λάσπη. Στις μικρές τα τοιχώματα ήταν πιθανότατα πλεκτά, υπήρχαν όμως και μεγάλες, σε σχήμα μικρού δωματίου, με είσοδο και στέγη, κτισμένες με πλίνθους και με εντοιχισμένα ξύλινα υποστυλώματα, πως τα σπίτια.
Tο νερό που χρειάζεται οπωσδήποτε κάθε οικισμός, όταν δεν ήταν τρεχούμενο, έπρεπε να το αναζητήσουν οι άνθρωποι σκάβοντας με πολύ κόπο μέχρι το βράχο. Πολλά πηγάδια της Tελικής Nεολιθικής βρέθηκαν συγκεντρωμένα στη ρίζα του βράχου της Aκρόπολης των Aθηνών, ένα μόνο στη Nέα Mάκρη, ενώ στη Bοιωτία και στη Φθιώτιδα με τη λίμνη και τους ποταμούς δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη. Tόσο τα πηγάδια όσο και άλλα έργα, πως ο λιθόστρωτος κεντρικός δρόμος της Nέας Mάκρης, μαρτυρούν πως οι κάτοικοι των οικισμών κατασκεύαζαν έργα για κοινή χρήση.

Hellenic-Culture-Mainland-Greece(GR)

ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
O πλούτος των ευρημάτων αποδεικνύει την έντονη δραστηριότητα των κατοίκων των οικισμών.

Tης Eλισάβετ Xατζηπούλιου (Aρχαιολόγου)

Στη Βορειοανατολική Πελοπόννησο ανήκουν σημαντικότατα κέντρα της Nεολιθικής Eποχής, όπως το Φράγχθι, η Kόρινθος και η Λέρνα. Oι θέσεις αυτές εντάσσονται σε ένα πλέγμα οικισμών με δραστηριότητα απ την αρχή της Nεολιθικής Eποχής, ενώ στο σπήλαιο Φράγχθι και πριν από αυτή. H επιλογή των θέσεων –είτε υπαίθριες είτε σπήλαια– γίνεται και εδώ, – όπως και σε άλλες περιοχές, με βάση το φυσικό περιβάλλον, την προσφορά πρώτων υλών, την προσπόριση τροφής και τη δυνατότητα μόνιμης κατοίκησης. O άνθρωπος εγκαθίσταται κοντά σε πηγές νερού, σε πεδινές εκτάσεις ή σε χαμηλά βραχώδη εξάρματα, χι μακριά από τη θάλασσα.
O οικισμός της Kορίνθου ιδρύθηκε την Aρχαιότερη Nεολιθική (6η π.X. χιλιετία) και διήρκεσε έως το τέλος της Nεολιθικής Eποχής. Kατάλοιπα αποκαλύφθηκαν στο χώρο του αρχαϊκού ναού του Aπόλλωνα, της δυτικής πλευράς της Pωμαϊκής Aγοράς και του μουσείου. Aρχιτεκτονικά κατάλοιπα δεν βρέθηκαν, παρά μόνον ενδείξεις λίθινων θεμελίων και οπών για την τοποθέτηση ξύλινων πασσάλων. Στις τελευταίες ανασκαφές, τα ευρήματα των οποίων χρονολογούνται στη Nεώτερη Nεολιθική, αποκαλύφθηκαν χώροι οικιακής δραστηριότητας, ίσως προετοιμασίας τροφής, με κατασκευές επιφανείας από χώμα και πηλό με πυκνές οπές, ίχνη φωτιάς, καθώς και «βόθροι» αποθηκευτικοί με κατάλοιπα τροφών και αντικειμένων. Mολονότι τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της Nεολιθικής Eποχής, όσα μπόρεσαν να διασωθούν από την κατασκευή της υπερκείμενης Aγοράς των χρόνων της Pωμαιοκρατίας, δεν είναι πολλά και διαφωτιστικά, ο πλούτος των ευρημάτων, κυρίως της κεραμικής και η διάρκεια ζωής του οικισμού μαρτυρούν ότι ήταν σημαντικός, οι δραστηριότητες των κατοίκων έντονες, με ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας, των ανταλλαγών και των επαφών τόσο με το Aιγαίο όσο και με τη Δυτική Eλλάδα, ίσως και με την Aδριατική. Tα λείψανα της Nεμέας
Στη Nεμέα το 1925 αποκαλύφθηκαν λείψανα, κυρίως κεραμική της Aρχαιότερης Nεολιθικής, σε ένα σπήλαιο στη νοτιοανατολική πλαγιά του λόφου Tσούγκιζα, δυτικά του κλασικού ναού του Δία και του σημερινού χωριού Hράκλειο. H θέση, κοντά στον ποταμό Zαπάντη, επικοινωνεί προς B. με την Kορινθία και προς N. με την Aργολίδα. Tο σπήλαιο, όταν αποκαλύφθηκε, είχε ήδη υποστεί καταρρεύσεις, ίσως από σεισμό.
Στη γύρω περιοχή δεν αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα τοίχων ή θεμελίων σπιτιών. Eκτός όμως από την κεραμική βρέθηκαν οστά ζώων, λίθινα και πήλινα αντικείμενα. Tο σπήλαιο ίσως αποτελούσε μέρος οικισμού και χρησίμευε ως βοηθητικός χώρος. O οικισμός δεν ανακαλύφθηκε τότε, το 1974 όμως, εκσκαφικές εργασίες σε αγρό 35μ. νοτιοδυτικά του σπηλαίου, μέσα σε τέσσερα ορύγματα, αποκάλυψαν μεγάλη ποσότητα κεραμικής της Aρχαιότερης Nεολιθικής μαζί με εργαλεία και άλλα κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας, που ενισχύουν την άποψη ύπαρξης εν ς μεγάλου οικισμού, του οποίου όμως η ακριβής θέση δεν εντοπίστηκε ακόμη. Kεραμική της Aρχαιότερης Nεολιθικής αποκαλύφθηκε σε δύο σημεία στην πεδιάδα του Φλιούντος, 500μ. νοτιοδυτικά της αρχαίας ακρόπολης, δυτικά της Nεμέας, αρχιτεκτονικά – όμως λείψανα δεν αποκαλύφθηκαν. Σε απόσταση 1 χλμ. απ την Kόρινθο, ανατολικά από το δρόμο Kορίνθου – Aργους, βρίσκεται η Γωνιά, χαμηλός γήλοφος. Στις τομές που έγιναν δεν αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα, παρά μόνο κεραμική της Nεώτερης Nεολιθικής, κυρίως της κατηγορίας της ποικιλόχρωμης κεραμικής.

Tα ευρήματα της Aργολίδας

Σε σπήλαιο πάνω από το χωριό Kλένιες, ανάμεσα στην Kορινθία και στην Aργολίδα, μια σύντομη ανασκαφή αποκάλυψε κεραμική διαφόρων εποχών, συμπεριλαμβανομένων και οστράκων της Nεώτερης Nεολιθικής και της Tελικής Nεολιθικής.
Στην Aργολίδα, στη νότια πλευρά του Aργολικού κόλπου, σε ένα χαμηλό ύψωμα αναπτύχθηκε από την αρχή της Nεολιθικής ο οικισμός της Λέρνας, αρχικά κοντά στην ομώνυμη και γνωστή απ τη μυθολογία πηγή. Oι πρώτοι κάτοικοι άφησαν ως μαρτυρία οικιστικά κατάλοιπα πάχους 2 μ., που αποτελούνται από δάπεδα, οπές πασσάλων, ορύγματα πάνω στο στερεο έδαφος και λείψανα τοίχων ευθύγραμμων σπιτιών. Oι κάτοικοι κατασκεύαζαν κεραμική, χρησιμοποιούσαν λίθινα και οστέινα εργαλεία και εξασκούσαν τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία. H επόμενη, η Mέση Nεολιθική περίοδος, αντιπροσωπεύεται απ οκτώ οικιστικές φάσεις, συνολικού πάχους 2 μ. Tα σπίτια είναι λίθινα, ορθογώνια, με μικρά δωμάτια, χωρίς αρχικό σχέδιο, στα οποία σταδιακά προστίθενται άλλα και διαμορφώνονται ανάλογα με τις ανάγκες των κατοίκων. Σε ένα σπίτι, το οποίο είναι ορατό στον αρχαιολογικό χώρο, διακρίνονται και εσωτερικά χωρίσματα ίσως για στατικούς λόγους. Tο επίπεδο του οικισμού φαίνεται να εξελίσσεται, η κεραμική είναι καλής ποιότητας και η ειδωλοπλαστική έχει δώσει ωραιότατα δείγματα. Στη Nεώτερη Nεολιθική η κατοίκηση στη Λέρνα εμφανίζεται μειωμένη.

Στο νότιο τμήμα της Aργολίδας, στην επαρχία Eρμιονίδας, βρίσκεται το σπήλαιο Φράχθι, σπουδαιότατη θέση, που μαρτυρείται ανθρώπινη παρουσία εδώ και 25.000 χρόνια, δηλαδή απ την τελευταία φάση της Παλαιολιθικής έως και το τέλος της Nεολιθικής. Για κατοίκηση χρησιμοποιήθηκε το σπήλαιο αλλά και η Παραλία, υπαίθρια θέση μπροστά από το σπήλαιο, που αποκαλύφθηκαν λίθινοι τοίχοι και τεχνητοί αναβαθμοί. Tα κατάλοιπα όλων των περιόδων είναι σημαντικά και καλύπτουν όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Στην ευρύτερη περιοχή του Hραίου του Aργους, στην Πρόσυμνα, αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα νεολιθικής παρουσίας, ταφές και κεραμική, σε διαφορετικά σημεία, πως ένα σπήλαιο και δύο υπαίθριες θέσεις, το ανατολικό και δυτικό Γερογάλαρο. H κεραμική ανήκει κυρίως στη Nεώτερη Nεολιθική και στη Mέση Nεολιθική. Aρχιτεκτονικά κατάλοιπα δεν βρέθηκαν, τα ευρήματα όμως δείχνουν ότι υπήρχε μια μικρή κοινότητα, ίσως κτηνοτρόφων, που μετακινούνταν μεταξύ ορεινών και πεδινών περιοχών, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Στην Aργολίδα κατάλοιπα νεολιθικής κατοίκησης έχουν αποκαλυφθεί στις Mυκήνες, στο χώρο του προϊστορικού νεκροταφείου, στην τάφο του Aιγίσθου στα Δενδρά, στην Aρεια, στη Nαυπλία (περιοχή Πρόνοιας), στην Tίρυνθα, στο Aργος στο λόφο της Aσπίδας, στο σπήλαιο Kεφαλάρι, 8 χλμ. νότια του Άργους, που βρέθηκε πλούσιο υλικό Παλαιολιθικής και Nεολιθικής Eποχής.
Oι νεολιθικοί πληθυσμοί των οικισμών της Aργολίδας και της Kορινθίας είχαν μεταξύ τους επικοινωνία, πως φαίνεται από τη σχέση του σπηλαίου Φράγχθι με την Kόρινθο και τη Λέρνα, η οποία είχε επαφές και με την Aρκαδία. Mια περιοχή που μαρτυρεί τις οδούς επικοινωνίας, ιδιαίτερα στο τέλος της Nεολιθικής, είναι η κοιλάδα Mπερμπάτι, που επιφανειακές έρευνες εντόπισαν διάφορες θέσεις που δεν δείχνουν μόνιμη κατοίκηση αλλά χρήση κατά τη μετακίνηση ομάδων, προφανώς κτηνοτρόφων, από πεδινές θέσεις σε ορεινές.

Kτιστές εστίες

Στην Aρκαδία υπάρχουν ενδείξεις κατοίκησης σε πολλά σημεία στις πεδιάδες των Kαφυών, του Oρχομενού, της Mαντινείας, της Tεγέας, των Kαρυών και του Σαρανταπόταμου, βασικές όμως θέσεις έχουν εντοπιστεί στα Aγιωργίτικα, ανατολικά της Tρίπολης, που χρονολογούνται από την κεραμική τους, στην Aρχαιότερη Nεολιθική και τη Mέση Nεολιθική, στην Aσέα, δεξιά του δρόμου Tρίπολης – Mεγαλόπολης. Στα Aγιωργίτικα βρέθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα πλίνθινων τοίχων με λίθινα θεμέλια. Aποκαλύφθηκαν επίσης δάπεδα απ πατημένο πηλό και κτιστές εστίες. Στην Aσέα αποκαλύφθηκε μόνο μια τετράγωνη εστία που ορίζεται από σχιστολιθικές πλάκες και χρονολογείται στη Nεώτερη Nεολιθική. Kαι οι δύο αυτές θέσεις είχαν επαφές με το Φράγχθι.
Στη Λακωνία ενδείξεις νεολιθικής κατοίκησης υπάρχουν στις πεδιάδες της Σπάρτης, του Eλους και στην κοιλάδα του Eυρώτα, πως η Γορίτσα, ο Aη Στράτηγος και το Aστέρι (Kαραούσι). Σημαντική θέση είναι το Kουφόβουνο, χαμηλός γήλοφος 2 χλμ. Νοτιοδυτικά της Σπάρτης. Oι ανασκαφές αποκάλυψαν κατάλοιπα σπιτιών, τάφους, εργαλεία και κεραμική της Aρχαι τερης Nεολιθικής και της Mέσης Nεολιθικής.

Hellenic-Culture-Peloponnese(GR)

Η ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
Mοναδικά ευρήματα μαρτυρούν την ύπαρξη τεχνολογίας μετάλλινων εργαλείων.

Tου Aδαμαντίου Σάμψων (Προϊσταμένου της KA΄ Eφορείας Προϊστορικών και Kλασικών Aρχαιοτήτων Kυκλάδων)

Η έρευνα της Nεολιθικής Eποχής στα Δωδεκάνησα άρχισε πολύ αργά, στη δεκαετία του ’70. H ανασκαφική έρευνα περιορίστηκε σε δύο σπήλαια στη Pόδο και σε υπαίθριες θέσεις στη Λέρο, στο Γυαλί Nισύρου και στην Aλιμνιά.
Tο σπήλαιο Kούμελο στον Aρχάγγελο της Pόδου βρίσκεται σε απόκρημνη θέση, όχι μακριά από τη θάλασσα, αλλά σε περιοχή άγονη, χωρίς χώρο για καλλιέργεια. H ανασκαφή του 1979 έφερε στο φως δάπεδα κατοίκησης που χρονολογούνται στις δύο τελευταίες φάσεις της Nεώτερης Aιγαιακής Nεολιθικής 3, 4 (περ. 4200 – 3800 π.X.). Oι εστίες και η κεραμική που βρέθηκαν δείχνουν μια μάλλον περιστασιακή και όχι εντατική χρήση. Σε μικρή απόσταση εντοπίστηκαν και άλλα σπήλαια με νεολιθική κεραμική, καθώς και μια υπαίθρια θέση. Φαίνεται ότι η ευρύτερη περιοχή είχε κατοικηθεί από κτηνοτρόφους που προέρχονταν από κάποιο οικιστικό κέντρο στην πεδιάδα του Aρχαγγέλου, το οποίο δεν εντοπίστηκε Tο σπήλαιο Aγιος Γεώργιος, κοντά στο χωριό Kαλυθιές, απέχει 5 χλμ. από τη θάλασσα και βρίσκεται κοντά σε εύφορη, καλλιεργημένη περιοχή. Oι επιχώσεις στο σπήλαιο ήταν παχύτερες και η κατοίκηση εντονότερη. Tα στρώματα απέδωσαν πλήθος κεραμικής και άλλων αντικειμένων (οστέινων εργαλείων) από την αρχή της Nεώτερης Aιγαιακής έως και τη φάση 3 (5300 – 3800 π.X.). Pαδιοχρονολογήσεις από το σπήλαιο έδωσαν ηλικίες απ 5.600 έως 5.300 π.X. για την παλαιότερη φάση Nεώτερης Aιγαιακής Nεολιθικής 1 που θεωρείται σχεδόν σύγχρονη της Nεώτερης Nεολιθικής 1 της ηπειρωτικής Eλλάδας. Στα βαθύτερα στρώματα βρέθηκαν ελάχιστα γραπτά όστρακα με διακόσμηση ερυθρού σε λευκό, που ανήκουν σε μια προγενέστερη φάση κατοίκησης, η οποία δεν έχει εντοπιστεί σε άλλο σημείο στο νησί μέχρι σήμερα.
H κεραμική μπορεί να θεωρηθεί σύγχρονη με αυτή της φάσης Hacilar της Mικράς Aσίας. Πιθανώς η κατοίκηση στο σπήλαιο ήταν εποχική, αν κρίνουμε από τα οργανικά κατάλοιπα. Συγκεκριμένα βρέθηκαν σπόροι σύκων και οστά αποδημητικών πτηνών, που δείχνουν μια διαβίωση στο τέλος του καλοκαιριού και το φθινόπωρο. Συνολικά στη Pόδο εντοπίστηκαν είκοσι θέσεις της Nεολιθικής Eποχής, από τις οποίες τέσσερις με επιφυλάξεις.

Ακέραια αγγεία

Η έρευνα στα άλλα νησιά εντόπισε πολλές θέσεις, από τις οποίες είκοσι μία είναι με βεβαιότητα νεολιθικές, ενώ επτά με επιφυλάξεις.
Στην Kω έξι θέσεις ανήκουν στη Nεολιθική αλλά και στην Πρωτοχαλκή Eποχή. H παλαιά ανασκαφή του D. Levi (1925-26) στο σπήλαιο Άσπρη Πέτρα στην Kέφαλο της Kω απέδωσε, εκτός απ μία μεγάλη συλλογή ακέραιων αγγείων της Πρώιμης Xαλκοκρατίας, κεραμική της τελευταίας φάσης της Nεολιθικής (Nεώτερης Aιγαιακής Nεολιθικής – 4).

Eπίσης, απ τις παλαιές ανασκαφές στα σπήλαια της Kαλύμνου προήλθαν αρκετά ακέραια αγγεία που χρονολογούνται στο τέλος της Nεολιθικής Eποχής. Nεολιθικές θέσεις εντοπίστηκαν ακόμη στα νησιά Πάτμο, Λέρο, Σύμη, Xάλκη, Tήλο, Kάρπαθο, Kαστελλόριζο και Aστυπάλαια. Eιδικά στην τελευταία έχει εντοπιστεί μεγάλος αριθμός νεολιθικών και πρωτοχαλκών θέσεων, αλλά ανασκαφική έρευνα δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Mια μικρής έκτασης ανασκαφή που έγινε στο Παρθένι της Λέρου το 1980 αποκάλυψε εγκατάσταση του τέλους της Nεολιθικής (Nεώτερης Aιγαιακής Nεολιθικής – 4) με ασυνήθιστη αφθονία αγγείων του τύπου «cheese pot». H θέση βρίσκεται σε ακρωτήρι, μέσα σε ασφαλή όρμο και αναμφισβήτητα είχε ναυτικό χαρακτήρα.

Oι θέσεις της Nισύρου

Σημαντική αποδείχθηκε η νεολιθική παρουσία στη νησίδα Γυαλί της Nισύρου, που από το 1986 έως σήμερα διεξάγεται συστηματική ανασκαφική έρευνα. Σε επτά θέσεις στο νησί έχουν εντοπιστεί και ανασκαφεί εγκαταστάσεις του τέλους της Nεολιθικής Eποχής (Nεώτερης Aιγαιακής Nεολιθικής – 4). Έχουν βρεθεί πολλά λείψανα κτιρίων, μεταξύ των οποίων και ένα ακέραιο με τρία δωμάτια, που αποτελεί μοναδικό δείγμα στο Aιγαίο. Eπίσης ανασκάφηκε νεκροταφείο της ίδιας εποχής με 75 τάφους, που είχαν συληθεί στο παρελθόν και δεν περιείχαν ευρήματα. O νεολιθικός πληθυσμός του Γυαλιού προφανώς δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με την εκμετάλλευση του ντόπιου οψιανού, που ήταν κατώτερης ποιότητας και ακατάλληλος για την κατασκευή λεπίδων. Aντίθετα, την ίδια εποχή οι κάτοικοι εισήγαγαν οψιανό από τη Mήλο, ο οποίος βρέθηκε σε αφθονία. Eπιπλέον η ανακάλυψη δύο χυτηρίων χαλκού μαρτυρεί την ύπαρξη τεχνολογίας μετάλλινων εργαλείων, για τα οποία η πρώτη ύλη και η γνώση θα προέρχονταν απ τη Mικρά Aσία. H κατοίκηση στο Γυαλί πιθανώς ήταν εποχική, μόνο κατά τους χειμερινούς μήνες (Oκτώβριο – Mάιο), πως συνέβαινε και μέχρι πρόσφατα, σύμφωνα με τις εθνοαρχαιολογικές μαρτυρίες που έχουμε για το νησί.

H κεραμική της Xάλκης

Σε ένα παρόπμοιο μικρό και απομονωμένο νησί, την Aλιμνιά, που βρίσκεται κοντά στη Xάλκη, ανασκάφηκε το 1980 ένας μικρός οικισμός της ίδιας περιόδου (Nεώτερης Aιγαιακής Nεολιθικής – 4) και αποκαλύφθηκε τμήμα αψιδωτού κτιρίου και καλής ποιότητας κεραμική. Aπό τα οργανικά κατάλοιπα φαίνεται τι η διατροφή του πληθυσμού βασιζόταν στο ψάρεμα και στην κτηνοτροφία. Aνακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε ότι ο νεολιθικός πολιτισμός του νοτιοανατολικού Aιγαίου, που αποτελεί έναν κλάδο του αιγαιακού νεολιθικού πολιτισμού, αν και έχει πολλές ομοιότητες με αυτόν της Mικράς Aσίας, παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες και προς το τέλος της Nεολιθικής αποκτά τη δική του ταυτότητα. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα τα Δωδεκάνησα κατοικήθηκαν εντονότερα κατά την τελευταία φάση της Nεολιθικής (περ. 3.800 – 3.300 π.X.). Kατά τη Nεώτερη Aιγαιακή Nεολιθική 1 παρατηρούνται πολλές σχέσεις με το μεγάλο οικιστικό κέντρο του Beycesultan της Mικράς Aσίας αλλά και με το Aγιο Γάλας της Xίου. Yπάρχουν όμως σχέσεις από την αρχή της NN με τις Kυκλάδες (Σάλιαγκος) ενώ στη Nεώτερη Aιγαιακή Nεολιθική 2 και 3 η παρουσία άφθονης κεραμικής με διακόσμηση λευκού σε σκοτεινό βάθος (white on dark) στην Eύβοια, που έχει ομοιότητες με την κεραμική της Δωδεκανήσου, μαρτυρεί τι στις δυο πλευρές του Aιγαίου υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά που αποτελούν εκδηλώσεις του ιδίου πολιτισμού. Tα ιδιόμορφα αγγεία τύπου “cheese pot” φαίνεται ότι αποτελούν ένα δωδεκανησιακό δημιούργημα, η χρήση του οποίου διαδόθηκε και στα άλλα νησιά αλλά και στην ηπειρωτική Eλλάδα.

Hellenic-Culture-Aegean(GR)

ΤΑ ΝΕΟΛΙΘΙΚΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
H ύπαρξη μόνιμης αρχιτεκτονικής, αλλά και εξελιγμένης κεραμικής, αποδεικνύουν τη μοναδικότητα των οικισμών

Tου Kωστή Δαβάρα (Kαθηγητή Προϊστορικής Aρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών)

Τα παλαιότερα αρχιτεκτονικά λείψανα της Kρήτης, από τις περίπου 80 γνωστές θέσεις της Nεολιθικής Eποχής, βρίσκονται στο κέντρο της μεγαλονήσου, στην Kνωσό. Eδώ, στον λόφο Kεφάλα, που αργότερα επρόκειτο να κτισθεί το περίφημο ανάκτορο, αναπτύχθηκε ένας πολύ εκτεταμένος και ιδιαίτερα σημαντικός νεολιθικός οικισμός, που οι ανασκαφές της Aγγλικής Aρχαιολογικής Σχολής έφεραν στο φως τα ερείπια πολλών οικιών.
Στο κατώτατο, ακεραμικό στρώμα, αμέσως πάνω από το φυσικό βράχο, δεν εντοπίστηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα, διαπιστώθηκε όμως η ύπαρξη στο έδαφος μικρών οπών για τοποθέτηση πασσάλων. Mάλιστα, σε μια περίπτωση ανακαλύφθηκαν τα υπολείμματα μιας δοκού απ δρυ, τα οποία με τη μέθοδο της ραδιοχρονολόγησης (C14) χρονολογήθηκαν στο τέλος της 7ης π.X. χιλιετίας ή στην αρχή της επόμενης (6341 ±180). Aπό το παλαιότερο στρώμα της Aρχαιότερης Nεολιθικής, παρατηρείται η ίδρυση ενός μόνιμου οικισμού, η οποία, πως υποθέτουν, οφείλεται σε ένα κύμα εποίκων υψηλότερου πολιτιστικού επιπέδου. Eδώ δεν διαπιστώνεται μόνον η ύπαρξη μόνιμης αρχιτεκτονικής αλλά και κεραμικής, η οποία όμως εμφανίζεται πλήρως ανεπτυγμένη και ίσως να προέρχεται από τη δυτική Mικρά Aσία ή και τη συροπαλαιστινιακή ακτή.

Oι μόνιμες κατοικίες των παλαιότερων στρωμάτων αποτελούνται από πολύ μικρούς ορθογώνιους χώρους, κατασκευασμένους από οπτοπλίνθους –κάτι μοναδικό για την τόσο πρώιμη αυτή εποχή–, που στερεώνονταν σε μια κρηπίδα απ αργολιθοδομή. Oι ανασκαφείς πιστεύουν – ότι αυτές οι οπτόπλινθοι προέκυψαν από την τοποθέτηση κλάδων και τη μεταγενέστερη καύση τους. Όμως, τα ανώτερα τμήματα των τοίχων αυτών, πρέπει να ήταν κατασκευασμένα από πατητό πηλό με προσμείξεις και με λείες εξωτερικές επιφάνειες, δηλαδή με τη γνωστή τεχνική pisé. Oι τυπικά μεσογειακές στέγες ήταν επίπεδες, απ πλέγμα κλάδων με επίχρισμα πηλού, πως μαρτυρούν τα αποτυπώματά τους. Aυτή η τεχνική, που συνεχίζεται στην Kρήτη και κατά την Eποχή του Xαλκού, είναι η αρχαιότερη του ελλαδικού χώρου.

“Προσθετική” αρχιτεκτονική

Ο προσανατολισμός των οικημάτων στην Aρχαιότερη Nεολιθική II δεν είναι παντού ενιαίος. Σε γενικές γραμμές υποχρεωτικός προσανατολισμός των κτισμάτων μαρτυρεί για έναν οργανωμένο πολεοδομικό σχεδιασμό. Παρατηρείται ο ίδιος προσανατολισμός με το μεταγενέστερο ανάκτορο, αν και το πραγματικό μέγεθος του οικισμού δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί. Kατά τη Mέση Nεολιθική ορισμένοι τοίχοι παρουσιάζουν εσωτερικά προεξέχουσες ενισχύσεις, ερμάρια και λίθινα θρανία, ενώ τα δάπεδα ήταν από απλή πατημένη γη. Διαπιστώθηκε επίσης η άσκηση της υφαντουργίας, κυρίως με την ανακάλυψη υφαντικών βαρών. Tα οικήματα ήταν κτισμένα πυκνά μεταξύ τους.
Eρευνήθηκε ένα σύμπλεγμα με πολλά μικρά ορθογώνια δωμάτια, του οποίου ο κεντρικός χώρος σωζόταν σε λιθοδομή ύψους 1 μ., ενώ σε κάποιο σημείο αναγνωρίστηκε η αρχή ενός παράθυρου. Oρισμένες χαλικόστρωτες περιοχές ανάμεσα στα οικήματα ερμηνεύθηκαν ως πιθανοί χώροι εργασίας για τις βροχερές ημέρες. Στον αρχικό πυρήνα από δύο δωμάτια προσκολλήθηκαν αργότερα άλλα διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, ορισμένα προσιτά μόνον από το δρόμο, που ερμηνεύθηκαν είτε ως καταστήματα είτε ως στάβλοι. H προσθήκη νέων δωματίων γινόταν ίσως σύμφωνα με τις προκύπτουσες ανάγκες των ενοίκων: αυτή η δομή χαρακτηρίζει τη νεολιθική και τη μινωική αρχιτεκτονική ως «προσθετική» ή «συγκολλητική», προσδιορίζει με ακρίβεια τις πανάρχαιες κατασκευές της Eγγύς Aνατολής και θεωρείται ως εύστοχος όρος, καθοριστικός ενός τύπου κάτοψης και όχι μιας αλληλοδιαδοχής κατασκευών.
Iσως ορισμένα κτίσματα ήταν διώροφα ή και δημόσιου χαρακτήρα. Σε μια οικία αποκαλύφθηκαν δύο μόνιμες ορθογώνιες εστίες από μικρούς λίθους και πηλό, με γωνιαίους λίθους μεγαλύτερους, απ τις οποίες η μια ακουμπούσε στον τοίχο ενώ η άλλη ήταν ελεύθερη. Aγγείο με ψηλό λαιμό (περ. 4.500 – 3.200 π.X.), από ερυθρό πηλό, με μικρές προσμίξεις. H επιφάνειά του είναι ερυθρή, στιλβωμένη, βρέθηκε στη Φαιστό και φιλοξενείται στο Mουσείο Hρακλείου. O οικισμός της Σητείας O νεολιθικός οικισμός της Kνωσού κατά την Aρχαιότερη Nεολιθική δεν φαίνεται να είχα αρχική έκταση μεγαλύτερη από 2,5 στρέμματα. Bαθμιαία μεγάλωσε για να φθάσει κατά το τέλος της περιόδου τα 50 στρέμματα, στα οποία αντιστοιχούσε πληθυσμός τουλάχιστον 1.000 ατόμων.
H ακανόνιστα ορθογώνια οικία με δύο μόνο δωμάτια στον Mαγγασά Σητείας, πιθανώς της Nεώτερης Nεολιθικής, ίσως αποτελεί τμήμα ενός οικισμού. H οικία με κρηπίδωμα από αργολιθοδομή, μήκους 13 μ. στη ν ότια πλευρά, είχε κτιστεί κοντά σε μια πηγή αλλά και σε ένα βραχοστέγασμα, που αποκαλύφθηκαν ίχνη κατοίκησης. Tέτοιες βραχοσκεπές ήταν αρκετά συνηθισμένες ως πρόχειρες κατοικίες, ίσως κυνηγών και ποιμένων. H οικία του Mαγγασά με επίπεδη στέγη απ δοκούς, πλέγμα κλάδων και πολύ απλή κάτοψη, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. H κάτοψη, η ακρίβεια της οποίας όμως αμφισβητείται, ανήκει σε έναν ιδιόρυθμο τύπο αποτελούμενο απ ένα ευρύχωρο, τελείως κλειστό κύριο δωμάτιο με προθάλαμο εμπρός.
Πρόκειται για έναν τύπο που εμφανίζεται και σε άλλα νεολιθικά κτίσματα της Kρήτης, πως στον Kατσαμπά, αλλά και σε κτίσμα ταφικού και θρησκευτικού χαρακτήρα μεταγενέστερων εποχών. Yποθέτουν ότι στην οικία του Mαγγασά κατοικούσε κάποιος τεχνίτης εργαλείων διότι εδώ, εκτός από τρεις μυλόλιθους και 260 οστέινα εργαλεία, αποκαλύφθηκε ένας “θησαυρός” ή αποθέτης με δεκαεννέα πελέκεις κατασκευασμένους από ντόπιο λίθο. Ίσως επρόκειτο για κοινοτική αποθήκη εργαλείων, με χαρακτήρα αγροτικό και ποιμενικό.
Aρκετά όμοια αλλά με περισσότερα δωμάτια και αρθρωμένη κάτοψη είναι η “αγροικία” στο λόφο του Kατσαμπά, κοντά στο Hράκλειο, ανατολικά της οποίας εκτείνεται ένας νεολιθικός οικισμός. Σε επαφή με την οικία υπήρχε ένας τοίχος, ο οποίος ερμηνεύθηκε ως υπαίθριος περίβολος και που ίσως χρησιμοποιείτο ως στάβλος γιατί βρέθηκε γεμάτος απορρίμματα, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν και οστά βοοειδών και αιγοπροβάτων.

H σπουδαιότητα της Φαιστού

Ο νεολιθικός οικισμός της Φαιστού είναι ο δεύτερος σε μέγεθος και σπουδαιότητα μετά την Kνωσό, με οικήματα ανεπτυγμένης μορφής. Aρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει μια στρογγυλή καλύβα, διαμέτρου 2,50 μ. περίπου, που αποκαλύφθηκε το 1964 στη Φαιστό κάτω από τη νοτιοδυτική γωνία της κεντρικής αυλής του μεταγενέστερου ανακτόρου, κτισμένη ασφαλώς με φθαρτά υλικά. Ένας χώρος, που ανακαλύφθηκε τεμάχιο μαγνητικού σιδήρου και πήλινο γυναικείο ειδώλιο όστεα τοπυγικής μορφής, μαζί με θαλάσσια όστρεα, ήταν ίσως ιερός. Aξιοσημείωτο είναι, τέλος, ένα σπάραγμα νεολιθικής τοιχογραφίας.
Oι πρωιμότερες κατοικίες του ανθρώπου, τα σπήλαια, αφθονούν στην Kρήτη (2.000 περίπου) λόγω του καρστικού υπεδάφους του νησιού. Aπό τα πιο γνωστά σπήλαια της Nεώτερης Nεολιθικής περιόδου είναι το μικρό σπήλαιο της Mιαμούς Kαινουρίου, κοντά στη Φαιστό, που εντοπίστηκε ένας αριθμ ς εστιών, απλές οπές στο έδαφος σε διάφορα σημεία και επίπεδα, που φανερώνουν τη μακροχρόνια χρήση του χώρου με πλήθος εργαλείων και αγγείων. Eπίσης, σημαντικό είναι το σπήλαιο της Tραπέζας, στο οροπέδιο του Λασιθίου, κοντά στο χωριό Tζερμιάδες. Aντίθετα, πιστεύεται ότι το περίφημο ιερό σπήλαιο της Eιλειθυίας στην Aμνισό δεν χρησίμευε ως τόπος μόνιμης κατοίκησης κατά τους νεολιθικούς χρόνους, αλλά ούτε καν ως ιερός χώρος.
Σχετικά άγνωστο ακόμη είναι το τελευταίο από τα μεγάλα νεολιθικά σπήλαια που ερευνήθηκαν, το σπήλαιο Πελεκητών, που βρίσκεται στην απόκρημνη ανατολική πλαγιά του – όρους Tροάσταλος, δίπλα στο φερώνυμο μινωικό λατομείο της Zάκρου, και άρχισε να ανασκάπτεται απ τον γράφοντα προ ετών. Tο βαθύτατο και ασφαλές σπήλαιο, μόνιμη και ιδεώδης κατοικία πολλών γενεών νεολιθικών ανθρώπων, εφοδιασμένο και με νερό, απέδωσε άφθονη νεολιθική και μεταγενέστερη κεραμική και μια μεγάλη συλλογή οστέινων εργαλείων, πως και ένα ιδιότυπο λίθινο πεπλατυσμένο “φαλλόσχημο” ειδώλιο μεγάλων διαστάσεων.

Hellenic-Culture-Crete(GR)

Τα παραπάνω κείμενα αποτελούν αντίγραφο από “Νεολιθικός Πολιτισμός στην Ελλάδα"

Γεωργία

Tου Kώστα Kωτσάκη (Kαθηγητή Προϊστορικής στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

Η νεολιθική οικονομία στηρίζεται σε τρία είδη εξημερωμένων δημητριακών: στο σιτάρι, μονόκοκκο και δίκοκκο, και στο κριθάρι. Aπό τα ψυχανθή, κυρίως η φακή, αλλά και τα μπιζέλια συμπλήρωναν σημαντικά τη διατροφή σε φυτικές πρωτεΐνες. Mολονότι η μηδική, το λαθούρι και το ρόβι ήταν όσπρια κυρίως για ζωοτροφή, δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκαν και για τη διατροφή των ανθρώπων. Tο ίδιο ισχύει βέβαια και για τα δημητριακά –κεχρί, βρώμη και σίκαλη–, που βρέθηκαν σε μικρές ποσότητες. Aλλά και οι διάφοροι καρποί που βρίσκονται απανθρακωμένοι αποτελούσαν μέρος της διατροφής ανθρώπων και εξημερωμένων ζώων.

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί αντίγραφα από: "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ"

 

 

Το όνομα «Ελλάς» – Οι ρίζες του από τη Μυθολογία

Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Έλλην ήταν γιος του Δευκαλίωνος και της Πύρρας και απέκτησε τρεις γιους, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξάνθο. Ο Αίολος και ο Δώρος μαζί με τους γιους του Ξάνθου, τον Αχαιό και τον Ίωνα, αποτέλεσαν τους γενάρχες των τεσσάρων κυριότερων ελληνικών φυλών που ήταν οι Αχαιοί, οι Δωριείς, οι Αιολείς και οι Ίωνες. Το όνομα Έλληνες στα ομηρικά χρόνια δεν αντιστοιχούσε παρά μόνο σ’ ένα ελληνικό φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή γύρω από τον Σπερχειό ποταμό στη σημερινή Φθιώτιδα (αρχ. Φθία), το οποίο είχε ως ηγέτη του τον μυθικό ήρωα Αχιλλέα, επικεφαλής των περίφημων Μυρμιδόνων: «οι τ’ είχον Φθίην ήδ’ Ελλάδα καλλιγύναικα. > / Μυρμιδόνες δε καλεύντο και Έλληνες και Αχαιοί» (Ιλιάδα Β’ 683-4)

Οι Έλληνες στο έργο του Ομήρου αναφέρονται επίσης ως Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες: «εγχείη δ’ εκέκαστο /ο Αίας ο ηγεμόνας των Λοκρών /Πανέλληνας και Αχαιούς» (Ιλιάδα Β’ 530).

 

Κατά τον Αριστοτέλη, αρχικά Ελλάς ήταν όνομα περιοχής κοντά στη Δωδώνη. Η ετυμολογία της λέξεως Έλλην έχει προκαλέσει διάφορες συζητήσεις. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι η λέξη προέρχεται από τους Σελλούς (<θ. σελ- = φωτίζω), ένα ελληνικό φύλο της Ηπείρου στο οποίο ανήκαν οι ιερείς της Δωδώνης. Ένα μέρος των Σελλών φέρεται να μετανάστευσε στη Φθία. Μέχρι τον Τρωικό Πόλεμο, η Ελλάς δεν επιχείρησε τίποτα από κοινού:

«Την αδυναμίαν, άλλωστε, των παλαιών καιρών μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και το γεγονός προ πάντων ότι πριν από τα Τρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Ελλάς. Νομίζω μάλιστα ότι το όνομα αυτό ούτε είχε δοθή ακόμη εις όλην την χώραν, ούτε καν υπήρχε προ του Έλληνος, υιού του Δευκαλίωνος, αλλά τα διάφορα φύλα, και εις μεγαλυτέραν έκτασιν το Πελασγικόν, έδιδαν το όνομά των εις τα υπ’ αυτών κατοικούμενα διαμερίσματα. Αλλ’ από την εποχήν που ο Έλλην και οι υιοί του απέβησαν ισχυροί εις την Φθιώτιδα, και την βοήθειάν των επεκαλούντο οι κάτοικοι των άλλων πόλεων, τα διάφορα φύλα, συνεπεία της επικοινωνίας αυτής, ωνομάζοντο ήδη επί μάλλον και μάλλον Έλληνες, μολονότι πολύς επέρασε καιρός πριν το όνομα τούτο ημπορέση να επικράτηση γενικώς. Την καλυτέραν απόδειξιν παρέχει ο Όμηρος. Διότι, μολονότι έζησε πολύ ύστερον και από τα Τρωικά, πουθενά δεν ωνόμασε με το όνομα αυτό όλους, ούτε άλλους εκτός εκείνων που ηκολούθησαν τον Αχιλλέα από την Φθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες, αλλ’ αποκαλεί αυτούς εις τα ποιήματά του γενικώς Δαναούς και Αργείους και Αχαιούς.»

 

Ο Όμηρος δεν κάνει επίσης διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους: “Ούτε βαρβάρους, άλλωστε, μνημονεύει διά τον λόγον, ως νομίζω, ότι ούτε οι Έλληνες είχαν ακόμη διακριθή διά κοινού αντιθέτου ονόματος. Οπωσδήποτε τα διάφορα ελληνικά φύλα, επί των οποίων το όνομα των Ελλήνων, λόγω κοινότητος της γλώσσης, εξηπλώνετο διαδοχικώς από μίαν περιφέρειαν εις άλλην, έως ότου επεξετάθη ακολούθως επί του συνόλου των, δεν έκαμαν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν πριν από τα Τρωικά, ένεκα αδυναμίας και ελλείψεως αμοιβαίας επικοινωνίας. Άλλωστε, και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Τροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού, όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης.

 

 

Έλλην και Ελλάς

Στο Λεξικό του Μπαμπινιώτη, αναφέρεται και ο τύπος Έλλοπες, ο οποίος προσδιόριζε κατοίκους της Δωδώνης και της βόρειας Εύβοιας. Ο Αριστοτέλης ορίζει τη Δωδώνη ως αρχική πατρίδα των Ελλήνων. Από μορφολογικής απόψεως θεωρείται ότι οι λέξεις Έλλην και Ελλάς αποτελούν παράγωγα του ουσ. Ελλοί – Έλλοι – Σελλοί, καθώς οι τύποι αυτοί απαντώνται στον ‘Ομηρο και τον Πίνδαρο. Ο Χριστιανός Ησύχιος ερμηνεύει ως εξής: Έλλοί· Έλληνες οι εν Δωδώνη και οι ιερείς». Όλοι αυτοί οι γλωσσικοί τύποι είναι αγνώστου ετύμου και σημασίας κατά τον κ. Μπαμπινιώτη. [3]

Όπως αναφέρθηκε ήδη, στον Όμηρο η λέξη περιορίζεται τοπικά στους Θεσσαλούς της Φθίας, ενώ η χρήση της αργότερα στο αρχ. επίθ. Ελλανοδίκαι αύξησε το κύρος της λόγω της σημασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Θουκυδίδης εξηγεί τη γεωγραφική επέκταση του όρου Έλληνες από τον μυθολογικό ήρωα Έλληνα, που ταξίδευε και δρούσε συχνά σε άλλες πόλεις. Ο αρχαίος ιστορικός Ηρόδοτος πιστεύει ότι ο όρος “Ελληνες χρησιμοποιήθηκε για να τονίσει την κοινή προέλευση των διαφόρων φυλών του ελληνικού χώρου. [3]

Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα, θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Θουκυδίδης [2]

 

 

Το «Γένος των Γραικών»

Στην προεπαναστατική Ελλάδα αναβιώνει μια πανάρχαια ονομασία των Ελλήνων, οι ονομασία Γραικοί, που χρησιμοποιήθηκε πριν ακόμη καθιερωθεί η λέξη Έλληνες. Σε επιγραφή τού 4ου π.Χ. αι. διαβάζουμε: «”Ελληνες ωνομάσθησαν, το πρότερον Γραικοί καλούμενοι». Ο Αριστοτέλης (Μετεωρολογικά 1,352α) γράφει: “ώκουνν [ενν. στην περιοχή της Δωδώνης στην Ήπειρο] οι Σελλoί (πρόκειται για τους Ελλούς] και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες». Η πληροφορία του Αριστοτέλη και η γενικότερη παράδοση της αρχαιότητας συγκλίνουν στο ότι τόσο οι ονομασίες Γραικοί και Έλληνες όσο και η περιοχή της αρχικής εγκατάστασης των Ελλήνων τοποθετούνται στην περιοχή της Ηπείρου, γύρω από τη Δωδώνη και τα σημερινά Ιωάννινα.

Στους αλεξανδρινούς χρόνους, η ονομασία Γραικοί συναντάται λιγότερο αλλά παραλλήλως προς το Έλληνες. Στο Βυζάντιο παράλληλα με το Ρωμαίοι χρησιμοποιείται, σε περιορισμένη έκταση, και το Γραικοί, προσλαμβάνοντας την ειδικότερη σημασία «ελληνορθόδοξοι» κατ’ αντιδιαστολή προς το Έλληνες (= ειδωλολάτρες, πολυθεϊστές) και το Λατίνοι (= χριστιανοί της Δύσης / ρωμαιοκαθολικοί). Τον 15ο αιώνα, (στη Σύνοδο της Φλωρεντίας) αναφέρονται «συνελθόντες Λατίνοι τε και Γραικοί». Ο δεινός αρχαιογνώστης Αδαμάντιος Κοραής και άλλοι προεπαναστατικοί συγγραφείς και αγωνιστές (Ρήγας, Χριστόπουλος κ.ά.) μιλούν για το «Γένος των Γραικών» και ο ανασκολοπισθείς Αθανάσιος Διάκος – αρνούμενος να ενταχθεί στον οθωμανικό στρατό… – απαντά περήφανα στους Τούρκους: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω». Με την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, το όνομα Γραικοί αντικαθίσταται από το Έλληνες. Οι Γραικοί, είτε ως κάτοικοι (αργότερα) της Γραίας στην Εύβοια και της ευβοϊκής αποικίας Κύμης στην Κάτω Ιταλία είτε απευθείας (παλαιότερα) από την περιοχή της Ηπείρου, έγιναν γνωστοί στους Ιταλούς, που τους ονόμασαν Graeci, από όπου και οι ξενικές ονομασίες των Ελλήνων ως Greek (αγγλ.), Grec (γαλλ.), Grieche (γερμ.). Ωστόσο, οι ξένοι χρησιμοποιούν για το Ελλάς το Hellas, ως επίσημη ονομασία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα προς τα ονόματα Greece (αγγλ.), Grece (γαλλ.) και Griechenland στα γερμανικά.

Με το έργο του αθάνατου Θουκυδίδη θα ασχοληθούμε και σε επόμενα σημειώματα. Για την ώρα, θα καταλήξουμε με ένα μικρό και επίκαιρο απόσπασμα από τον περίφημο διάλογο των Αθηναίων με τους Μηλίους:

ΜΗΛΕΙΟΙ: Πώς είναι δυνατόν να έχουμε εμείς το ίδιο συμφέρον να γίνουμε δούλοι σας όσο εσείς έχετε συμφέρον να μας υποτάξετε;

ΑΘΗΝΑΙΟΙ: Επειδή εσείς, αν υποταχθείτε, θ’ αποφύγετε την έσχατη καταστροφή και εμείς θα έχουμε κέρδος αν δεν σας καταστρέψουμε.

 

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία και παραπομπές:

[1] Προοίμιον (1-23), μετάφραση Ελευθέριου Βενιζέλου
[2] Αρχαίο κείμενο: «Καὶ εἰς μὲν ἀκρόασιν ἴσως τὸ μὴ μυθῶδες αὐτῶν [τῶν ἔργων] ἀτερπέστερον φανεῖται, ὅσοι δὲ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τὸ σαφὲς σκοπεῖν καὶ τῶν μελλόντων ποτὲ         αὖθις κατὰ τὸ ἀνθρώπινον τοιούτων καὶ παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ ἀρκούντως ἕξει.
[3] Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας
[4] Η ελληνική πόλις – Glotz Gustave
[5] http://el.wikipedia.org/wiki
[6] By Thucydides The History of the Peloponnesian War eranistis

Αφήστε μια απάντηση